Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Να τελειώνουμε με την μεταπολίτευση τώρα

 
γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου
Ζούμε εδώ και χρόνια το αργό και επώδυνο τέλος μιας εποχής. Μιας εποχής που τελειώνει μέσα στην αισθητική καθίζηση, την ηθική απαξίωση και τη διεθνή χλεύη. Η περιστολή της εθνικής μας κυριαρχίας, φαίνεται πως θα είναι η τελευταία πράξη αυτού του δράματος που άρχισε με μια εθνική τραγωδία, εξελίχθηκε σε φαρσοκωμωδία και απειλεί να τελειώσει και πάλι με εθνική τραγωδία. Πώς φτάσαμε, αλήθεια, τέσσερις δεκαετίες μετά από εκείνη την άκριτη ίσως αλλά βάσιμη αισιοδοξία που γεννούσε η δημοκρατική απελευθέρωση του 1974, σε αυτή την κατάντια, όταν είναι γενικά αποδεκτό ότι ζήσαμε μια πρωτόγνωρη στη νεώτερη ιστορία μας περίοδο δημοκρατικής ομαλότητας και μαζικής ευημερίας; Φτάσαμε διότι αργήσαμε να αντιληφθούμε ότι η εποχή της Μεταπολίτευσης είχε και κάτι ακέραια αρνητικό, κάτι που εν τέλει υπονόμευσε και οσονούπω θα ανατινάξει τους επίχρυσους ντενεκέδες με τους οποίους καλύψαμε τα χαλάσματα του ρημαγμένου μας πατρικού.

Αν κάτι κυρίαρχα χαρακτήρισε τη μεταπολιτευτική ζωή, αυτό ήταν η έλλειψη οποιουδήποτε γνήσιου εσωτερικού συνεκτικού δεσμού. Ήταν αυτή η έλλειψη που άνοιξε το δρόμο στη λογική του «όλα επιτρέπονται», υπό τη δωρική σκέπη του Γηραιού Καραμανλή στην αρχή της, υπό την εμπνευσμένη απάτη του Ανδρέα Παπανδρέου στη συνέχεια, για να «δοξαστεί» τις ημέρες της χρηματιστηριακής και ενημερωτικής έκρηξης, πριν καταλήξουμε στην εσχάτη ευτέλεια: να κυβερνώμεθα τα τελευταία χρόνια από νοητικά υστερούντες επιγόνους, πέριξ των οποίων κωμικοτραγικές φιγούρες και αδίστακτα υποκείμενα έπραξαν ή παρέλειψαν ό, τι μπορούσαν για να μας παραδώσουν δεμένους χεροπόδαρα στη διεθνή τοκογλυφία.
Η έλλειψη αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Αποτελεί σύμπτωμα μακροχρόνιας ασθένειας που δεν αρχίζει φυσικά το 1974, με την εκκίνηση της Μεταπολίτευσης. Αρκεί να περάσουμε απλώς από το εξωτερικό, το επιπόλαιο επίπεδο των φαινομένων και να εισέλθουμε στο καίριο πεδίο του στοχασμού και της ιστορικής επισκόπησης, για να αντιληφθούμε πως το 1974 απλώς σημειώθηκε (διά της περιβόητης «αλλαγής φρουράς» και της εγκατάλειψης της Κύπρου) η καθολική μετάσταση μιας χρόνιας κακοήθειας. Από τότε που απωλέσθηκε η αιτία υπάρξεως του Νέου Ελληνισμού, το 1922 στο λιμάνι της Σμύρνης, η ελλαδική ζωή περιορίστηκε είτε σε ηθικιστικές ασυναρτησίες (αυτός ήταν ο θρίαμβος της «μικράς και έντιμης Ελλάδος») είτε σε διεθνιστικές ονειρώξεις (με πρωτεύον το όραμα της θεολογίας της προόδου). Η ηρωική προσπάθεια ανασύνταξης που ανέλαβε η γενιά του Τριάντα κατέρρευσε μέσα στις φωτιές του εμφυλίου πολέμου. Οι καλύτεροι των δύο πλευρών χάθηκαν, έμειναν ανάπηροι ή κατέστησαν εγκάθειρκτοι για χρόνια, ψυχές μαραγκιασμένες διά βίου. Απέμειναν οι άθλιες ηγεσίες, νικητών και ηττημένων, να στήσουν τα εμπορεία τους στη μεταπολεμική αγορά. Η φάρσα του 1967 (κορύφωση της εθνικόφρονος ρητορείας) εξελίχθηκε σε τραγωδία και η δημοκρατία που γεννήθηκε χάρη σε αυτή την τραγωδία έφτασε στην κατάντια να χορεύει και να αγκαλιάζεται με τους μακελάρηδες της Κύπρου. Παχυδερμία τάχα ή μήπως ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς που της άνοιξαν το δρόμο;
Σαράντα χρόνια τώρα (όσα κι ο προηγούμενος κύκλος, μια τεσσαρακονταετία κυριαρχίας της αυταρχικής εθνοκάπηλης Δεξιάς- από το 1935), η Αριστερά χειρίστηκε και διαχειρίστηκε τις τύχες του τόπου. Δεν έχει σημασία αν κυβέρνησε ως πραγματική Αριστερά. Σημασία έχει ότι οι Αριστεροί κυβερνούσαν. Αυτοί είχαν την πλήρη ιδεολογική ηγεμονία, αυτοί ήλεγχαν όλους τους αστικούς καθεστωτικούς μηχανισμούς, ειδικά στο χώρο επηρεασμού της κοινής γνώμης. Σχολεία, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης (ακόμη και της Δεξιάς!), γράμματα, τέχνες, επιστήμες. Πίσω από μια αριστερή ρητορεία που δόξαζε υποκριτικά το λαό (όπως οι κοτζαμπάσηδες που ήθελαν καθολική ψηφοφορία για τις συνελεύσεις της Επανάστασης επειδή είχαν σίγουρη την ψήφο των «πελατών» τους) η αρρώστια προχωρούσε: Κανένας υπερατομικός σκοπός, καμία πίστη σε κάτι ιερό και απαραβίαστο, καμία ανιδιοτέλεια. Απλώς φθόνος και μνησικακία. Εκδίκηση για την ήττα του 1949 και τις επακόλουθες διώξεις. Κι ας γίνουν όλα ρημαδιό. Και να που έγιναν. Κι όπως μέσα στη χλεύη και την ευτέλεια τελείωσε το 1974 η εθνικοφροσύνη της Δεξιάς, τελειώνει σαράντα χρόνια αργότερα και ο προοδευτισμός της Αριστεράς.
Βέβαια, η αποκοπή από την εθνική και θρησκευτική μας Παράδοση που πρότεινε κάποιους κανόνες ζωής και προσδιόριζε το ήθος μιας ομοψυχίας, δεν συντελέστηκε μόνο με ευθύνη της Αριστεράς. Πολύ συχνά τον τόνο της αποδόμησης και του οίστρου της ακολασίας τον έδινε η Δεξιά. Όπως ακριβώς ήθελε ο εκ Σερρών αναμορφωτής της, στον οποίο ομνύουν πάντα οι εθνικόφρονες, παλαιάς ή νέας κοπής, τραμπούκοι της ΟΝΝΕΔ ή φιλελεύθεροι ιδεολόγοι, όπως, καλή ώρα, η νέα τους ηγεσία που σεμνύνεται ότι αποτελεί πολιτικό τέκνο του Ευάγγελου Αβέρωφ, δηλαδή του αρχιτέκτονα της Ζυρίχης (1959) και θεωρητικού της εγκατάλειψης της Κύπρου (1974). Ή, όπως κάποιοι άλλοι που εκφωνούν δεκάρικους για τους αρχαίους ημών προγόνους αλλά δεν έχουν οι δυστυχείς ιδέα για τη διάνοια και την αισθητική εκείνων των σπουδαίων ανθρώπων που κάτι περισσότερο από τηλεμάρκετιγκ άξιζαν. Πώς να καταλάβουν όλοι αυτοί οι δήθεν «συντηρητικοί» ότι όταν ο σεβασμός στις αξίες της Παράδοσης γίνεται μηχανικός, ρητορικός ή και απλή συνήθεια, ένα λαϊκό ετήσιο πανηγύρι ή ένα καθημερινό φτηνό τηλεοπτικό θέαμα, η κοινή πίστη δεν θα αργήσει να εκμετρήσει το ζην; Πως όταν ο συλλογικός μας βίος γίνεται ιλαροτραγωδία που ξετυλίγεται πότε με εξάρσεις αυταρέσκειας και πότε με καταβυθίσεις αυτοκαταδίκης, η συμβίωση θα καταστεί αβίωτη και το εγώ άρρωστα αδηφάγο;
Οι άνθρωποι δεν συνδέονται απλώς επειδή συμβιώνουν. Συνδέονται όταν αισθάνονται ότι υπηρετούν μια κοινή υπόθεση. Και οι Έλληνες μετά το 1974 δεν πιστεύουν ότι τους συνέχει μια αλληλεγγύη πέρα από ατομικές θελήσεις ή κοινές αντιπάθειες –εκτός βέβαια από την αλληλεγγύη εκείνη που γεννά η ένοχη ματιά μεταξύ των πλιατσικολόγων την ώρα της «δουλειάς». Τι συνέβη λοιπόν πραγματικά το 1974; Ο Έλληνας της Μεταπολίτευσης, τον οποίο όλοι βρίζουμε, ένιωσε πως βρίσκεται μόνος, σε έναν κόσμο ξένο και πρόσκαιρο αλλά και με γοητεία αβάσταχτη, με πλούτο προκλητικό τριγύρω, που σε καλούσε να απλώσεις το χέρι και να τον κερδίσεις γρήγορα και άκοπα. Αν τα κατάφερνες, σε περίμενε η δόξα, ο έπαινος μιας κοινωνίας που κρίνει τον άνθρωπο με βάση τον τύπο του αυτοκινήτου που οδηγεί. Στη χειρότερη περίπτωση σε ανέμενε ο φθόνος, όσων απλώς δεν συμμετείχαν στην καταλήστευση.
Υπήρχαν βέβαια καθ’ όλη αυτή την περίοδο και δυνάμεις και πρόσωπα που κήρυσσαν την αντίσταση στη γενική διαφθορά προβάλλοντας την αρράγιστη λογική του εκσυγχρονισμού. Φυσικότατα απέτυχαν. Διότι η αρράγιστη λογική δεν πείθει τις μάζες κι ούτε συνεγείρει συνειδήσεις απλώς το γίνουμε σύγχρονη κοινωνία αν λείπει το «προς τι». Καμιά λογική δεν στρατεύει τις συνειδήσεις σε μια επαγγελία που βιολογικά και χρονικά τις υπερβαίνει. Ουδείς θυσιάζεται για ένα παράδεισο που δεν θα ζήσει αν δεν τον συνεπάρει ένα όραμα που θα πυροδοτήσει το αίσθημα της αυτοθυσίας. Χωρίς αυτό το όραμα, μόνος υπαρκτός παράδεισος μένει ο κόσμος του «ό, τι φάμε, ό, τι πιούμε κι ό, τι αρπάξουμε». Αυτό που είναι δηλαδή το ιδανικό της κοινωνίας της αφθονίας: Το πλουσιότερο παχνί.
Δεν μπορεί ασφαλώς να αγνοήσει κανείς ότι οι άνθρωποι έχουν καθημερινές πρακτικές ανάγκες. Εδώ ακριβώς αναπότρεπτα αλλά και λίγο πονηρά προβάλλεται σήμερα από τους αυτουργούς της καταστροφής το ερώτημα: Και τώρα τι κάνουμε; Να πτωχεύσει η χώρα; Η απάντηση σε αυτό το υπαρκτό δίλημμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπει στους ανθρώπους της Μεταπολίτευσης να εμφανίζονται ως η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα. Δεν είναι πράξη αντίστασης να ζητούμε διεθνώς αυτό που κάναμε τα χρόνια της μεταπολιτευτικής κουτοπονηριάς: να «ρυθμίζουμε» τα χρέη που δεν πληρώνουμε εις υγείαν των κορόιδων που καταβάλλουν φόρους, εισφορές και δόσεις. Δεν συνιστά λύση αξιοπρεπή να μην πληρώνει κανείς όσα εθελουσίως δανείζεται. Είναι μια συνέχιση της μεταπολιτευτικής μας ευτέλειας και μάλιστα απόπειρα να την ντύσουμε με επικό, τάχα αντιστασιακό στυλ.
Πρέπει λοιπόν να το αναγνωρίσουμε. Ναι, απαιτούνται εδώ που φτάσαμε θυσίες. Αλλά η γενιά που οδήγησε την Ελλάδα σε αυτή την κατάντια δεν μπορεί, δεν έχει το ηθικό ανάστημα να ζητήσει θυσίες για να ξεπεραστεί η κρίση. Η μοιραία αυτή γενιά, η γενιά του 1970 (στην πολιτική, στην οικονομία, στα γράμματα) πρέπει το ταχύτερο να μας απαλλάξει από την παρουσία της, πρέπει να πεθάνει. Με κάθε τρόπο. Αρκετά μας στέρησε από τις βρύσες της ζωής, αρκετά πηγάδια ζωής επιχωμάτωσε ή βοθροποίησε. Καμιά σωτηρία δεν μπορεί να προσφέρει αυτή η γενιά. Είναι ανίκανη για οποιαδήποτε ευφυή επινόηση. Στερείται κάθε ταλέντου. Καμιά αξιοθρήνητη εξιδανίκευση των μέτρων εξόδου από την κρίση δεν μπορεί να ανασκευάσει την βαθιά ψυχική παραμόρφωση αυτής της γενιάς. Γι’ αυτό και τα όποια μέτρα λαμβάνει είναι αναποτελεσματικά. Διότι όλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν στόχο τη σωτηρία της πατρίδας αλλά τη σωτηρία των ατομικών και ταξικών συμφερόντων αυτής της γενιάς.
Εδώ ακριβώς θα μπορούσε να προβληθεί βέβαια η καλόπιστη αντίρρηση: Υπάρχει κάποια άλλη έτοιμη συνταγή εθνικής σωτηρίας; Θα ήταν κωμικό να το υποστήριζε κανείς αυτό. Η μία και μόνη ελπίδα που υπάρχει, είναι να εμφανιστεί μια νέα γενιά με κοινή συναίσθηση ενός ιστορικού χρέους. Με πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις του ελληνικού λαού αλλά και αυστηρή στις μικρές και μεγάλες κατεργαριές του δήθεν αθώου, βασανισμένου λαϊκού ανθρώπου. Με στοχασμό ελληνικό –σφραγίδα εντυπωμένη στο νου και στη συνείδηση που θα έχει για τον κόσμο– αλλά και γνώση πως αυτός ο κόσμος αλλάζει ορμητικά, ακατάσχετα, και η Ελλάδα δεν μπορεί να μένει καθηλωμένη στα σχήματα της Μεταπολίτευσης ή στα κρησφύγετα της ρωμέικης αυταρέσκειας που πάντα σε κάποιον άλλο ρίχνει την ευθύνη για τα δικά μας σφάλματα.
Η γενιά αυτή δεν θα συνασπιστεί για να θορυβήσει όπως κάνουν διάφοροι γραφικοί ψευδο- ελληνοκεντρικοί ή κατ’ επάγγελμα καταστροφολόγοι που απαξιώνουν το έπος του Νέου Ελληνισμού. Θα αισθάνεται δέος για τη στράτευσή της και δεν θα έχει χρόνο για πλάκα, ατάκες και τηλεοπτικά σώου. Θα της αρκεί η στράτευσή της. Αυτή θα την θερμαίνει, αυτή θα την ενθουσιάζει. Η ελληνική ζωή με μια τέτοια γενιά θα αποκτήσει ξανά ένα σκοπό υπαγορευμένο από τη δύναμη των πραγμάτων. Κι ένας σκοπός, όταν μάλιστα είναι κοινός, σου υπόσχεται μια δικαίωση, αδιάφορο αν τον πετύχεις ή όχι. Αρκεί που αγωνίστηκες. Μπορεί μια μάχη να μη την κερδίσεις, φτάνει όμως που υπήρξες πολεμιστής. Που έβγαλες –εν προκειμένω– το κεφάλι από το δύσοσμο βόθρο της Μεταπολίτευσης και ανάσανες ελεύθερα. Ανταμοιβή μεγαλύτερη δεν υπάρχει.
Είναι καιρός λοιπόν να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση και να γυρίσουμε πίσω, στον Ιούλιο του 1974. Από εκεί να αρχίσουμε ξανά για να ξαναχτίσουμε μια δημοκρατία γνήσια και νόμιμη, όχι προσχηματική, όχι αυθαίρετη. Με θεμέλια στέρεα και βαθιά στη γη μας αλλά και ανοιχτούς ορίζοντες στην οικουμένη. Με την ανεξόφλητη οφειλή μας προς την Κύπρο (πηγή της μεταπολιτευτικής μας ελευθερίας), ως πρώτο  χρέος, να οικοδομήσουμε μια νέα εξωτερική πολιτική με γνώση ποιος είναι ο διαρκής ιστορικός μας εχθρός. Με μια νέα αποχουντοποίηση στο εσωτερικό: Αυτή τη φορά εναντίον όσων κυβέρνησαν μετά το 1974 και οδήγησαν τη χώρα μας στη χρεωκοπία και την ηθική εξαθλίωση. Με ένα νέο Σύνταγμα ακέραια δημοκρατικό, με εκκαθάριση του κομματικού συστήματος. Προτάσεις θα υπάρξουν πολλές σε αυτή τη νέα Συντακτική διαδικασία. Ας ξεκινήσουμε από εδώ με μία: Να στερηθούν του δικαιώματος του εκλέγεσθαι όλοι όσοι διατέλεσαν βουλευτές μετά το 1974. Θα είναι η ελάχιστη ποινή για όσους υπηρέτησαν ενσυνείδητα τις καταστροφικές κυβερνήσεις αυτής της τεσσαρακονταετίας και παραμένουν, όπως όλοι βλέπουμε, αμετανόητοι. Ίσως έτσι περιοριστεί η καταστροφή στο ηθικό και το οικονομικό πεδίο. Διότι σε κάθε άλλη περίπτωση, αν η Μεταπολίτευση τελειώσει, όπως άρχισε, με μια εθνική καταστροφή, τότε η επανεκκίνηση δεν θα γίνει από το 1974. Θα γίνει από το 1922. Με όλες τις αναλογίες. Και ας έλθουν μετά από έναν αιώνα οι επίγονοι όσων τιμωρηθούν να διαμαρτύρονται για την διαδικασία, όπως τολμούν εσχάτως οι ιδεολογικοί κληρονόμοι του μικροελλαδισμού.

από το manifesto τ.19, Οκτώβριος 2010

Read more...

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Η γενιά του Πολυτεχνείου και η καμπούρα της

Με την ευκαιρία της σημερινής μέρας, βρίσκω την ευκαιρία να επαναδημοσιεύσω ένα άρθρο του Λέανδρου Ρακιντζή, σχετικά με το Πολυτεχνείο, την γενιά του , αλλά και την πορεία της στην μετέπειτα μεταπολιτευτική ιστορία μας.
Η γενιά του Πολυτεχνείου όσο διαρκούσε η ευδαιμονία της ελευθερίας της πολιτικής έκφρασης που κερδήθηκε μετά την μεταπολίτευση, αλλά και η αναδιανομή της πίτας της εξουσίας (και της μάσας) επί των ημερών του Ανδρέα, στην κυριολεξία θριάμβευσε.
Εξαργυρώνοντας την πτώση της δικτατορίας (που δεν έπεσε από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά αυτός είναι ένα ακόμα μύθος της δημόσιας ιστορίας μας που καλά κρατεί), ανέλαβε όλα τα καίρια πόστα:
της πολιτικής αλλά και της φαυλότητας
της οικονομικής ανάπτυξης αλλά και της λαμογιάς 
και σημάδευσε η ελευσή της την ιστορία των τελευταίων 30 ετών.
Σήμερα όμως που γίνεται η σούμα τι ;
Απέναντι από την γενιά των "αριστερίζοντων" βολεμένων του συστήματος πλέον που απλά ξεσκονίζουν  τα τσιτάτα τους κάθε τέτοια μέρα και συναγελάζονται με τους πολιτικούς που αρθρώνουν τον ξύλινο λόγο τους, υπάρχει η υπόλοιπη γενιά που έμεινε στην απέξω και στη μιζέρια και είδε το όνειρο της μεταπολίτευσης να ξεφτίζει. Υπάρχουν και οι υπόλοιποι "νοικοκυραίοι" , οι οποίοι καλοδέχτηκαν τόσο την μεταπολίτευση όσο είχαν καλοδεχτεί και την χούντα (η καθολική αντίσταση στην χούντα είναι ακόμα ένας μεγάλος μύθος της δημόσιας ιστορίας μας).
Τώρα υπό τη σκιά του μνημονίου που μας οδήγησαν όλοι οι παραπάνω, με τις πράξεις τους ή με την ανοχή τους, τι νόημα άραγε προσλαμβάνει η επέτειος και η γιορτή, ιδίως για τους νεότερους;

Του διαρκούς αγώνα ή της καπήλευσης και εκμετάλλευσης των αγώνων;
Της πολιτικοποίησης ή της απαξίωσης της πολιτικής και των εκπροσώπων της;
Της ενασχόλησης με τα κοινά ή της αδιαφορίας και της ωφελιμιστικής εξατομίκευσης;

Προσέξτε το λόγο και τους προβληματισμούς του κ. Ρακιντζή 

-----------------------------------------------------------

Μιά ἀποκάλυψη ὑπῆρξε ἡ συνέντευξη στήν Καθημερινή τῆς 20/6 τοῦ πολύπειρου δικαστή καί νῦν Γενικοῦ Ἐπιθεωρητή τῆς Δημοσίας Διοικήσεως, τοῦ Λέανδρου Ρακιντζῆ. Ἦθος καί ὡριμότητα σκέψεως καί λόγου δίδαξε ὁ παλαίμαχος δικαστικός. Δύο ὅμως εἶναι οἱ προσεγγίσεις του, πού φέρουν την μείζονα σημασία. Ἡ πρώτη ἀφορᾶ την συμβολή τῆς περιώνυμης «γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου» στήν πολιτική καί οἰκονομική μας κρίση και ἡ δεύτερη τόν καθοριστικό ρόλο τῆς πολιτιστικῆς κρίσης στήν γενική μας κακοδαιμονία.

Ἡ γενιά πού αὐτοθαυμάστηκε καί αὐτοδοξάστηκε ὅσο καμμία ἄλλη ἴσως τούς τελευταίους δύο αἰῶνες στήν χῶρα μας, ἀλλά καί ταυτόχρονα πού αὐτοαναιρέθηκε ὅσο καμμία, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, ἡ «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου». Ἔδωσε πλησμονή ὑποσχέσεων, ἀνήγγειλε τήν δημιουργία ἑνός νέου κράτους καί μιᾶς νέας κοινωνίας, επαγγέλθηκε μιά οἰωνεί πολιτιστική ἐπανάσταση καί… ἀπετυχέ παντοῦ παταγωδῶς. Ἡ γενιά τῆς «Ἀλλαγῆς», πού ἄλλαξε τά πάντα πρός τό χειρότερο… ἔτσι θά μείνει δυστυχῶς στήν Ἱστορία. Συγκροτήθηκε κατά βάση ἀπό ἐπιστήμονες πού ἐξελίχθηκαν εἴτε σέ τεχνοκράτες εἴτε σέ ἐπαγγελματίες πολιτικούς. Ἀναδείχθηκαν μέσα ἀπό μία περίοδο μέ ἰδιαίτερα ὀξεία πολιτική ἀντιπαλότητα καί ἔντονες κοινωνικές ἀναζητήσεις ἀλλά συνάμα καί ἐξαιρετικά σημαντική οἰκονομική καί παραγωγική ἀνάπτυξη. Ἡ μετεμφυλιακή περίοδος, δηλαδή χονδρικά ἡ εἰκοσιπενταετία 1950-1975, δημιούργησε κρίσιμα πολιτικά ἀδιέξοδα, τόσο πρίν ὅσο καί μετά τό 1967, ἀλλά τουλάχιστον δημιούργησε πρωτογενή καί δευτερογενή ἀνάπτυξη διόλου εὐκαταφρόνητη γιά μιά χῶρα πού ὡς τό 1949 εἶχε φθάσει σε ὁριακό σημεῖο.

Ἀνέλαβαν λοιπόν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου νά σηκώσουν στούς ὤμους τους μιά πολιτικά δοκιμασμένη ἀλλά οἰκονομικά εὔρωστη χῶρα πού ἐπιπλέον διέθετε ἐντυπωσιακή πολιτιστική ὁμοιογένεια. Πάνω στήν ἐξέγερση τοῦ Πολυτεχνείου, ἡ ὁποία παρ’ ὅλη τήν ἱστορική της θολούρα συγκρότησε ἕνα ἐκπληκτικῆς διείσδυσης καί μακρᾶς διαρκείας πολιτικό ὑπόβαθρο, ἑδραιώθηκε ὅλη ἡ πορεία τῆς μεταπολίτευσης. Ἀρκεῖ νά σημειώσουμε ὅτι ἡ πολύ μεγαλύτερη σέ κλίμακα καί προβολή ἐξέγερση τοῦ γαλλικοῦ Μάη τοῦ ’68, σέ καμμία περίπτωση δέν ἐπέτυχε νά ἐπιβάλλει μία πολιτική τάξη στήν γαλλική κοινωνία. Δηλαδή, ἐνῶ ὁ ἑλληνικός Νοέμβρης τοῦ ’73 δέν πέτυχε τόν ἀντικειμενικό του σκοπό, την κατάρρευση τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος, πέτυχε ὡστόσο νά γίνει ἄμεσα ἀναγνωρίσιμο σύμβολο καί μέ ἐντυπωσιακή ἀποτελεσματικότητα νά συνθέσει τήν νομιμοποιητική βάση σχεδόν κάθε πολιτικῆς καί πολιτιστικῆς ἐπιλογῆς τῶν κυβερνήσεων ἀπό τό 1974 κι ἔπειτα.

Πάνω στόν μύθο τοῦ Πολυτεχνείου ἀναδείχθηκαν καί καθιερώθηκαν ἄνθρωποι μέ πρώτιστο μέλημα τήν προσωπική τους ἀνέλιξη κι ἐπιτυχία. Τό κράτος θεωρήθηκε, ἰδίως μετά τό 1981 γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, λάφυρο και ἡ πολιτική μηχανισμός προσωπικῆς ἐπαγγελματικῆς ἀναγνώρισης. Μέσα ἀπό αὐτό τό μονοπάτι κάθε θεσμός τῆς δημοκρατίας, ὅπως τό κοινοβούλιο κι ὁ συνδικαλισμός, κάθε πυλῶνας τῆς πολιτείας, ὅπως ἡ δημόσια διοίκηση καί ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀκόμα καί κάθε ἔκφραση τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπως ἡ ἀκαδημαϊκή παιδεία καί ἡ τέχνη, βρέθηκαν αἰχμάλωτοι τοῦ κόμματος-κράτους. Χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν προσωπικό τυχοδιωκτισμό καί τόν πολιτικό ἀριβισμό ὅλες οἱ λειτουργίες, οἱ ἀξίες καί τά ἐρείσματα τῆς κοινωνίας. Παράλληλα ὁ κρατικός μηχανισμός θεωρήθηκε καί μετατράπηκε σέ ὄχημα εὔκολου καί γρήγορου πλουτισμοῦ, τόσο αὐτῶν πού ἐπέβαιναν στό ὄχημα ὅσο κι αὐτῶν πού κατάφερναν νά συνάψουν οἱαδήποτε σχέση μέ τήν λειτουργία του. Βλέποντας κάποιος τήν κατάσταση μέσω αὐτοῦ τοῦ πρίσματος ἡ θέση στήν ὁποία ἔχουμε βρεθῆ σήμερα, μέ χιλιαπλασιασμό τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἀπό τό 1974, δέν φαίνεται παράδοξη.

Τό κυριότερο ὅμως «ἐπίτευγμα» τῆς γενιᾶς πού κυβερνᾶ τήν χῶρα τά τελευταῖα 20-25 ἔτη καί συνεχίζει καί σήμερα νά ὁρίζει τίς τύχες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἡ χωρίς προηγούμενο πνευματική καί ἠθική ἀφαίμαξη τῶν Ἑλλήνων. Μπορεῖ τά ποσοστά ἐπιμὀρφωσης νά ἀνέβηκαν ἀλλά ἡ οὐσία τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων καταβαραθρώθηκε. Σημειώνει εὔστοχα ὁ κ.Ρακιντζής: «Τό μόνο πού μένει στή χῶρα μας εἶναι νά κρατήσει ζωντανό κι ἀκμαῖο ἕνα ἄλλο κεφάλαιο: τόν ἑλληνικό πολιτισμό, τήν ἑλληνικότητα μέσα στο εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ἕνα σημάδι τῆς παρακμῆς μας εἶναι ὅτι τά παιδιά μας εἶχαν σταματήσει νά μεγαλώνουν ἑλληνοκεντρικά». Πλήρης ἀφελληνισμός τῆς παιδείας καί τοῦ σκέπτεσθαι. Αὐτή ἡ πορεία ἔφτασε τά παιδιά μας στό σοβαρό ἔλλειμμα γλωσσικῆς, ἱστορικῆς καί πολιτιστικῆς παιδείας. Ὡς συνέπεια ἦρθε τό μεγάλο παθητικό στήν ἐθνική αὐτοσυνείδηση. Γίναμε ἕνας λαός – ἰδίως οἱ νεώτεροι, οἱ κάτω τῶν 40 – χωρίς πολιτιστική κι ἐθνική ρίζα, ἤ μάλλον χωρίς σύνδεση μέ τήν ρίζα του.

Κάθε σχέση μέ τήν ἑλληνικότητα, μέ τήν κρυστάλλινη διαύγεια τοῦ πολιτιστικοῦ μας πεπραγμένου, ποινικοποιήθηκε συνδεόμενη μέ μελανές πολιτικές πρακτικές μιᾶς ἐποχῆς ἀκραίου φανατισμοῦ καί ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Ὅποιος μιλοῦσε γιά ἑλληνικό πολιτισμό, ἑλληνική γλῶσσα, ἑλληνική ἱστορία, ἑλληνική παράδοση αὐτοδικαίως ἐπέσυρε κι ἐν πολλοῖς καί σήμερα ἐπισύρει τόν χαρακτηρισμό τοῦ φασίστα, τοῦ άκροδεξιοῦ καί λοιπούς τίτλους πού ἀφειδῶς χρησιμοποιεῖ ἡ χορεία τῶν ἐπαγγελματιῶν προοδευτικῶν καί δημοκρατῶν. Ἐξοῦ καί ἡ ἀκολουθοῦσα ἐρώτηση: «Δέν φοβόσαστε στήν ἐποχή μας μήπως σᾶς ποῦν φασίστα;». Μέ παρρησία ὅμμως ἔρχεται κι ἡ ἀπάντηση: « Ὄχι. Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχω ζήσει στό ἐξωτερικό καί ἐκτιμῶ τήν μοναδικότητά μας, τόν πολιτισμό καί τήν παράδοσή μας. Ἄν τά χάσουμε ὅλα αὐτά, θά ἀπορροφηθοῦμε καί θά γίνουμε μιά ἀσήμαντη εὐρωπαϊκή ἐπαρχία, πού θά ἀκολουθεῖ τά χαρακτηριστικά τῶν ἄλλων, τά ὁποῖα δέν μᾶς ταιριάζουν κιόλας. Ὀφείλουμε νά κοιτάξουμε τήν ἱστορία μας γιά νά μπορέσουμε νά βγοῦμε ἀπό τήν κρίση, νά διαβάσουμε τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς, νά ἀνακαλύψουμε ποιοί εἴμαστε. Δέν νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι φασιστικό ἤ σωβινιστικό. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο».

Αὐτό ἐπέτυχε ἡ «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου». Νά μεταλλάξει τό ἀναγκαῖο καί φυσικό σέ φασιστικό καί σωβινιστικό. Νά κάνει τά αὐτονόητα, ἀπαγορευμένα. Νά μᾶς κάνει «τῶν Εὐρωπαίων περίγελο καί τῶν ἀρχαίων παλιάτσους», ὅπως ἔγραψε κάποτε ὁ ποιητής. Τῶρα βέβαια πού ἡ γύμνια αὐτῆς τῆς γενιᾶς ἀποκαλύφθηκε ψάχνει τόν ἔνοχο ὁπουδήποτε μακριά της. Κάποιος ἄλλος πρέπει νά φταίει γιά τήν δική της ἀνεπάρκεια. Πότε-πότε ὅμως ἡ καμήλα πρέπει νά σταματᾶ νά κοιτᾶ γιά τίς ἄλλες καμποῦρες καί νά γυρίζει νά δεῖ τή δική της. Ἴσως ἐκεῖ βρίσκεται τό πρόβλημα…


τοῦ Γιάννη Ἀ. Χαραλαμπίδη (yia.xara@yahoo.gr)

Πηγή : Αντίβαρο

Read more...

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Η γενιά του Πολυτεχνείου και η καμπούρα της


Μιά ἀποκάλυψη ὑπῆρξε ἡ συνέντευξη στήν Καθημερινή τῆς 20/6 τοῦ πολύπειρου δικαστή καί νῦν Γενικοῦ Ἐπιθεωρητή τῆς Δημοσίας Διοικήσεως, τοῦ Λέανδρου Ρακιντζῆ. Ἦθος καί ὡριμότητα σκέψεως καί λόγου δίδαξε ὁ παλαίμαχος δικαστικός. Δύο ὅμως εἶναι οἱ προσεγγίσεις του, πού φέρουν την μείζονα σημασία. Ἡ πρώτη ἀφορᾶ την συμβολή τῆς περιώνυμης «γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου» στήν πολιτική καί οἰκονομική μας κρίση και ἡ δεύτερη τόν καθοριστικό ρόλο τῆς πολιτιστικῆς κρίσης στήν γενική μας κακοδαιμονία.

Ἡ γενιά πού αὐτοθαυμάστηκε καί αὐτοδοξάστηκε ὅσο καμμία ἄλλη ἴσως τούς τελευταίους δύο αἰῶνες στήν χῶρα μας, ἀλλά καί ταυτόχρονα πού αὐτοαναιρέθηκε ὅσο καμμία, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, ἡ «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου». Ἔδωσε πλησμονή ὑποσχέσεων, ἀνήγγειλε τήν δημιουργία ἑνός νέου κράτους καί μιᾶς νέας κοινωνίας, επαγγέλθηκε μιά οἰωνεί πολιτιστική ἐπανάσταση καί… ἀπετυχέ παντοῦ παταγωδῶς. Ἡ γενιά τῆς «Ἀλλαγῆς», πού ἄλλαξε τά πάντα πρός τό χειρότερο… ἔτσι θά μείνει δυστυχῶς στήν Ἱστορία. Συγκροτήθηκε κατά βάση ἀπό ἐπιστήμονες πού ἐξελίχθηκαν εἴτε σέ τεχνοκράτες εἴτε σέ ἐπαγγελματίες πολιτικούς. Ἀναδείχθηκαν μέσα ἀπό μία περίοδο μέ ἰδιαίτερα ὀξεία πολιτική ἀντιπαλότητα καί ἔντονες κοινωνικές ἀναζητήσεις ἀλλά συνάμα καί ἐξαιρετικά σημαντική οἰκονομική καί παραγωγική ἀνάπτυξη. Ἡ μετεμφυλιακή περίοδος, δηλαδή χονδρικά ἡ εἰκοσιπενταετία 1950-1975, δημιούργησε κρίσιμα πολιτικά ἀδιέξοδα, τόσο πρίν ὅσο καί μετά τό 1967, ἀλλά τουλάχιστον δημιούργησε πρωτογενή καί δευτερογενή ἀνάπτυξη διόλου εὐκαταφρόνητη γιά μιά χῶρα πού ὡς τό 1949 εἶχε φθάσει σε ὁριακό σημεῖο.

Ἀνέλαβαν λοιπόν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου νά σηκώσουν στούς ὤμους τους μιά πολιτικά δοκιμασμένη ἀλλά οἰκονομικά εὔρωστη χῶρα πού ἐπιπλέον διέθετε ἐντυπωσιακή πολιτιστική ὁμοιογένεια. Πάνω στήν ἐξέγερση τοῦ Πολυτεχνείου, ἡ ὁποία παρ’ ὅλη τήν ἱστορική της θολούρα συγκρότησε ἕνα ἐκπληκτικῆς διείσδυσης καί μακρᾶς διαρκείας πολιτικό ὑπόβαθρο, ἑδραιώθηκε ὅλη ἡ πορεία τῆς μεταπολίτευσης. Ἀρκεῖ νά σημειώσουμε ὅτι ἡ πολύ μεγαλύτερη σέ κλίμακα καί προβολή ἐξέγερση τοῦ γαλλικοῦ Μάη τοῦ ’68, σέ καμμία περίπτωση δέν ἐπέτυχε νά ἐπιβάλλει μία πολιτική τάξη στήν γαλλική κοινωνία. Δηλαδή, ἐνῶ ὁ ἑλληνικός Νοέμβρης τοῦ ’73 δέν πέτυχε τόν ἀντικειμενικό του σκοπό, την κατάρρευση τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος, πέτυχε ὡστόσο νά γίνει ἄμεσα ἀναγνωρίσιμο σύμβολο καί μέ ἐντυπωσιακή ἀποτελεσματικότητα νά συνθέσει τήν νομιμοποιητική βάση σχεδόν κάθε πολιτικῆς καί πολιτιστικῆς ἐπιλογῆς τῶν κυβερνήσεων ἀπό τό 1974 κι ἔπειτα.

Πάνω στόν μύθο τοῦ Πολυτεχνείου ἀναδείχθηκαν καί καθιερώθηκαν ἄνθρωποι μέ πρώτιστο μέλημα τήν προσωπική τους ἀνέλιξη κι ἐπιτυχία. Τό κράτος θεωρήθηκε, ἰδίως μετά τό 1981 γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, λάφυρο και ἡ πολιτική μηχανισμός προσωπικῆς ἐπαγγελματικῆς ἀναγνώρισης. Μέσα ἀπό αὐτό τό μονοπάτι κάθε θεσμός τῆς δημοκρατίας, ὅπως τό κοινοβούλιο κι ὁ συνδικαλισμός, κάθε πυλῶνας τῆς πολιτείας, ὅπως ἡ δημόσια διοίκηση καί ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀκόμα καί κάθε ἔκφραση τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπως ἡ ἀκαδημαϊκή παιδεία καί ἡ τέχνη, βρέθηκαν αἰχμάλωτοι τοῦ κόμματος-κράτους. Χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν προσωπικό τυχοδιωκτισμό καί τόν πολιτικό ἀριβισμό ὅλες οἱ λειτουργίες, οἱ ἀξίες καί τά ἐρείσματα τῆς κοινωνίας. Παράλληλα ὁ κρατικός μηχανισμός θεωρήθηκε καί μετατράπηκε σέ ὄχημα εὔκολου καί γρήγορου πλουτισμοῦ, τόσο αὐτῶν πού ἐπέβαιναν στό ὄχημα ὅσο κι αὐτῶν πού κατάφερναν νά συνάψουν οἱαδήποτε σχέση μέ τήν λειτουργία του. Βλέποντας κάποιος τήν κατάσταση μέσω αὐτοῦ τοῦ πρίσματος ἡ θέση στήν ὁποία ἔχουμε βρεθῆ σήμερα, μέ χιλιαπλασιασμό τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους ἀπό τό 1974, δέν φαίνεται παράδοξη.

Τό κυριότερο ὅμως «ἐπίτευγμα» τῆς γενιᾶς πού κυβερνᾶ τήν χῶρα τά τελευταῖα 20-25 ἔτη καί συνεχίζει καί σήμερα νά ὁρίζει τίς τύχες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἡ χωρίς προηγούμενο πνευματική καί ἠθική ἀφαίμαξη τῶν Ἑλλήνων. Μπορεῖ τά ποσοστά ἐπιμὀρφωσης νά ἀνέβηκαν ἀλλά ἡ οὐσία τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων καταβαραθρώθηκε. Σημειώνει εὔστοχα ὁ κ.Ρακιντζής: «Τό μόνο πού μένει στή χῶρα μας εἶναι νά κρατήσει ζωντανό κι ἀκμαῖο ἕνα ἄλλο κεφάλαιο: τόν ἑλληνικό πολιτισμό, τήν ἑλληνικότητα μέσα στο εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ἕνα σημάδι τῆς παρακμῆς μας εἶναι ὅτι τά παιδιά μας εἶχαν σταματήσει νά μεγαλώνουν ἑλληνοκεντρικά». Πλήρης ἀφελληνισμός τῆς παιδείας καί τοῦ σκέπτεσθαι. Αὐτή ἡ πορεία ἔφτασε τά παιδιά μας στό σοβαρό ἔλλειμμα γλωσσικῆς, ἱστορικῆς καί πολιτιστικῆς παιδείας. Ὡς συνέπεια ἦρθε τό μεγάλο παθητικό στήν ἐθνική αὐτοσυνείδηση. Γίναμε ἕνας λαός – ἰδίως οἱ νεώτεροι, οἱ κάτω τῶν 40 – χωρίς πολιτιστική κι ἐθνική ρίζα, ἤ μάλλον χωρίς σύνδεση μέ τήν ρίζα του.

Κάθε σχέση μέ τήν ἑλληνικότητα, μέ τήν κρυστάλλινη διαύγεια τοῦ πολιτιστικοῦ μας πεπραγμένου, ποινικοποιήθηκε συνδεόμενη μέ μελανές πολιτικές πρακτικές μιᾶς ἐποχῆς ἀκραίου φανατισμοῦ καί ἐθνικοῦ διχασμοῦ. Ὅποιος μιλοῦσε γιά ἑλληνικό πολιτισμό, ἑλληνική γλῶσσα, ἑλληνική ἱστορία, ἑλληνική παράδοση αὐτοδικαίως ἐπέσυρε κι ἐν πολλοῖς καί σήμερα ἐπισύρει τόν χαρακτηρισμό τοῦ φασίστα, τοῦ άκροδεξιοῦ καί λοιπούς τίτλους πού ἀφειδῶς χρησιμοποιεῖ ἡ χορεία τῶν ἐπαγγελματιῶν προοδευτικῶν καί δημοκρατῶν. Ἐξοῦ καί ἡ ἀκολουθοῦσα ἐρώτηση: «Δέν φοβόσαστε στήν ἐποχή μας μήπως σᾶς ποῦν φασίστα;». Μέ παρρησία ὅμμως ἔρχεται κι ἡ ἀπάντηση: « Ὄχι. Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχω ζήσει στό ἐξωτερικό καί ἐκτιμῶ τήν μοναδικότητά μας, τόν πολιτισμό καί τήν παράδοσή μας. Ἄν τά χάσουμε ὅλα αὐτά, θά ἀπορροφηθοῦμε καί θά γίνουμε μιά ἀσήμαντη εὐρωπαϊκή ἐπαρχία, πού θά ἀκολουθεῖ τά χαρακτηριστικά τῶν ἄλλων, τά ὁποῖα δέν μᾶς ταιριάζουν κιόλας. Ὀφείλουμε νά κοιτάξουμε τήν ἱστορία μας γιά νά μπορέσουμε νά βγοῦμε ἀπό τήν κρίση, νά διαβάσουμε τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς, νά ἀνακαλύψουμε ποιοί εἴμαστε. Δέν νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι φασιστικό ἤ σωβινιστικό. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο».

Αὐτό ἐπέτυχε ἡ «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου». Νά μεταλλάξει τό ἀναγκαῖο καί φυσικό σέ φασιστικό καί σωβινιστικό. Νά κάνει τά αὐτονόητα, ἀπαγορευμένα. Νά μᾶς κάνει «τῶν Εὐρωπαίων περίγελο καί τῶν ἀρχαίων παλιάτσους», ὅπως ἔγραψε κάποτε ὁ ποιητής. Τῶρα βέβαια πού ἡ γύμνια αὐτῆς τῆς γενιᾶς ἀποκαλύφθηκε ψάχνει τόν ἔνοχο ὁπουδήποτε μακριά της. Κάποιος ἄλλος πρέπει νά φταίει γιά τήν δική της ἀνεπάρκεια. Πότε-πότε ὅμως ἡ καμήλα πρέπει νά σταματᾶ νά κοιτᾶ γιά τίς ἄλλες καμποῦρες καί νά γυρίζει νά δεῖ τή δική της. Ἴσως ἐκεῖ βρίσκεται τό πρόβλημα…


τοῦ Γιάννη Ἀ. Χαραλαμπίδη (yia.xara@yahoo.gr)

Πηγή : Αντίβαρο

Read more...

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Ο Δεκάλογος του Καλού Κομματάρχη


Του Σωτήρη Μητραλέξη από το Αντίβαρο

Τὸν τελευταῖο καιρὸ βρίσκονται στὰ σκαριὰ δύο νέα κόμματα: τοῦ κ. Κουβέλη καὶ τῆς κ. Μπακογιάννη-Μητσοτάκη. Ἀντὶ γιὰ νὰ μιλήσουμε για τὰ δύο αὐτὰ κόμματα, ἂς ἀπαριθμήσουμε τὰ δέκα στοιχεῖα ποὺ κατὰ τὴ γνώμη μας θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει ἕνα ὑποθετικὸ κόμμα ποὺ θὰ δημιουργεῖτο στὴν Ἑλλάδα σήμερα, ὥστε νὰ φανεῖ κατ’ ἀντιδιαστολὴν ἡ γνώμη μας γιὰ τοὺς νέους αὐτοὺς σχηματισμούς.

Σήμερα, ἕνα ὑποθετικὸ νέο κόμμα θὰ ἔπρεπε:



1- Νὰ δημιουργηθεῖ ἀπὸ πολίτες καὶ ὄχι ἀπὸ ἐπαγγελματίες πολιτικούς.



Ἀφ’ ἑνὸς παρατηροῦμε ὅτι ἐλάχιστοι ἀπὸ τοὺς πετυχημένους στὸν χῶρο τους καὶ στὴν κοινωνία πολίτες ἐμπλέκονται στὴν πολιτική, ἐνῶ ἡ πλειονότητα τῶν κομματικῶν στελεχῶν προέρχεται ἀπὸ τὶς πολιτικὲς νεολαῖες-φυτώρια καὶ τοὺς συνδικαλιστικοὺς φορεῖς. Ἀφ’ ἑτέρου γνωρίζουμε ὅτι ὁ Ἕλληνας δὲν εἶναι ἐξαιρετικὰ περήφανος γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ πολιτικοῦ προσωπικοῦ τῆς χώρας, ἄρα μᾶλλον δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν διαιώνιση τῆς σημερινῆς του σύνθεσης. Πέρα ἀπ’ αὐτά, οἱ ἀνάγκες τῆς κοινωνίας μποροῦν νὰ διακονηθοῦν ἀπὸ ὅσους ζοῦν μέσα σ’ αὐτὴν καὶ ὄχι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κινοῦνται στὸν παράλληλο καὶ ὀλίγον αὐτιστικὸ κόσμο τοῦ σημερινοῦ κλειστοῦ πολιτικοῦ συστήματος. Αὐτὰ ὑπαγορεύουν τὴν ἑξῆς ἀναγκαιότητα: ὁποιοδήποτε νέο κόμμα νὰ ἀντλεῖ τὰ στελέχη του ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν ζῶσα κοινωνία καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ρηάλιτυ σόου τοῦ πολιτικοῦ παλκοσένικου. Ἕνας σοβαρὸς πολιτικὸς φορέας ἀπὸ πολίτες γιὰ πολίτες δὲν μπορεῖ παρὰ νά... συσπειρώσει περισσότερους πολίτες!



2- Νὰ ἔχει ἰδεολογία ποὺ νὰ ὑπερβαίνει τὰ τῆς κρίσης.



Σύμφωνα μὲ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ (Καθημερινή, 22/10/2006), «στὸ σύστημα τῆς λεγόμενης ἀντιπροσωπευτικῆς ἢ κοινοβουλευτικῆς δημοκρατίας, διαφορετικὲς προτάσεις «νοήματος» (ἄρα σκοπῶν καὶ διαχείρισης) τοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος διαφοροποιοῦν τὶς πολιτικὲς δυνάμεις, συγκροτοῦν τὰ κόμματα». Ἡ ἰδεολογία ἑνὸς νέου κόμματος δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαντλεῖ τὶς πηγές της στὶς ἀνάγκες ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴν τρέχουσα κρίση, σὰν πολιτικὸ ὑποκείμενο μίας χρήσεως, ἀλλὰ ἢ θὰ ἐκπροσωπεῖ πολιτικὰ μιὰν ὁλόκληρη κοσμοθεωρία ἢ θὰ στερεῖται λόγου ὕπαρξης. Δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ στέκεται πέρα ἀπὸ τὶς παρωχημένες καὶ χιλιοπροδωμένες διακρίσεις τῆς Ἀριστερᾶς καὶ τῆς Δεξιᾶς, ποὺ ἢ ἀφοροῦν τοὺς ἱστορικοὺς ἐθισμοὺς ἀλλότριων κοινωνιῶν ἢ σχετίζονται μὲ ἱστορικὲς πληγὲς τῆς Ἑλλάδας ποὺ λίγα ἔχουν νὰ προσφέρουν σήμερα. Παράλληλα, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ στέκεται ἀπέναντι στὴν θεσμικὴ Ἀριστερά, προβάλλοντας ἕναν ὑγιῆ ἐθνοκεντρισμὸ (χωρὶς τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει καὶ πολὺ νόημα νὰ διατηροῦμε τὸ κράτος μας) τὸν ὁποῖον ἐκείνη ἔχει ἀπεμπολήσει μετὰ βδελυγμίας ἐλέῳ ἀλλόκοτης μόδας. Ἡ ἐμφάνιση ἑνὸς νέου κόμματος ἐν μέσῳ κρίσης δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐμποδίσει νὰ ἀρθρώσει λόγο γόνιμα ἐπικριτικὸ γιὰ τὴν συγκρότηση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ἀπὸ τὸ 1830 μέχρι σήμερα· τὰ λάθη μας ἔχουν μεγάλη ἱστορία. Πρὶν ἀπ’ αυτὸ ὅμως, ἕνα ὑποθετικὸ νέο κόμμα ὀφείλει νὰ διατυπώσει τὸ ὅραμα: δηλαδὴ τὸ τί ἀκριβῶς θέλει γι’ αὐτὴν τὴ χώρα, τὸ ὁποῖο θέτει ὑπὸ τὴν κρίση τοῦ λαοῦ. Γιὰ νὰ ἐξηγηθῶ, «ὅραμα» συνιστᾶ ἡ φράση τοῦ Πρωθυπουργεύοντος Γιωργάκη «νὰ γίνουμε ἡ Δανία τοῦ Νότου» (μὲ τὸ ὁποῖο ἀφ’ ἑνὸς διαφωνῶ, ἀφ’ ἑτέρου δὲν τὸ θεωρῶ συνεγερτικὸ γιὰ πολλοὺς πολίτες). Γιατί αὐτὴ ἡ φράση συνιστᾶ ὅραμα; Ἐπειδὴ μεταφέρει μὲ εὔληπτο τρόπο ἀλλὰ καὶ μὲ εὐκρίνεια αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ λεγόμενος πρωθυπουργὸς τῆς χώρας γιὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸ πῶς τὴν φαντάζεται ἂν πετύχει σὲ ὅ,τι ἐκεῖνος ἐπιθυμεῖ. Λοιπόν, ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἀρθρώσουν τὸ ὅραμά τους γιὰ τὴν χώρα καὶ ὅλοι ὅσοι στέκονται ἀπέναντί του. Διότι αὐτὸ τὸ μονοπώλιο ὁράματος δὲν θὰ μᾶς βγεῖ σὲ καλό.



3- Νὰ ἔχει ἰδεολογία ποὺ νὰ ἀπαντᾶ στὴν κρίση.



Παράλληλα, ἕνα νέο κόμμα σήμερα θὰ προέκυπτε ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ, δηλαδὴ στὴν Ἑλλάδα τῆς κρίσης- ἄρα, προφανῶς ἡ συγκυρία αὐτὴ θὰ ἀποτελοῦσε συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἰδιοπροσωπείας του. Ἡ ἀπάντησή του στὴν κρίση δὲν ὀφείλει νὰ εἶναι μόνο ρεαλιστική/ἐφαρμόσιμη, ὥριμη καὶ ὑπεύθυνη, ἀλλὰ καὶ νὰ προκύπτει ἀβιάστως ἀπὸ τὴν γενικώτερη θεώρησή του γιὰ τὰ πράγματα, ἀπὸ τὴν ἰδεολογία του, ἀπὸ τὸ πῶς ἑρμηνεύει τὸ κοινωνικὸ γεγονός, τὴν πολιτική, τὶς οἰκονομικὲς σχέσεις, τὸν ἄνθρωπο, τὴν πορεία τῆς ἱστορίας. Μιὰ προτεινόμενη λύση γιὰ τὴν κρίση ἡ ὁποία δὲν θὰ ἑδράζετο σὲ συγκεκριμένη ἰδεολογία/κοσμοαντίληψη θυμίζει μᾶλλον Ἀνώτερη Μπακαλική, καθ’ ὅτι αἰωρεῖται στὸ κενὸ τῶν ἰδεῶν. Ἂν τὸ προηγούμενο ἰσχύει, τότε ἡ κραταιὰ ἰδεολογία εἶναι πραγματικὰ προϋπόθεση γιὰ τὴν συνεπῆ ἔξοδο ἀπὸ τὴν κρίση καὶ ὄχι περιττὴ πολυτέλεια ποὺ ἀντισυσπειρώνει πολίτιμους συναγωνιστὲς – προφανῶς!



4- Νὰ παίρνει 10΄ στὰ θεωρητικὰ καὶ 10΄ στὰ πρακτικά.



Τὰ προτάγματα τῆς ἰδεολογικῆς συγκρότησης ὀφείλουν νὰ συνοδεύονται ἀπὸ συγκεκριμένες προτάσεις λύσεων σὲ συγκεκριμένα προβλήματα. Τί σημαίνει «ὁραματιζόμαστε μιὰ ἄλλη παιδεία»; Μὲ ποιές θεσμικὲς ἀλλαγὲς μπορεῖ νὰ πραγματοποηθεῖ τὸ πρόταγμα τῆς ἀξιοκρατίας στὸ δημόσιο; Πῶς ἀκριβῶς θὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ πολυθρύλητη ἀποκέντρωση, πῶς θὰ νεκραναστηθεῖ ἡ ἀγροτικὴ παραγωγή; Ἡ λεπτομερὴς ἀπάντηση σὲ τέτοια ἐρωτήματα ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ φέρει πραγματικὴ ἐπανάσταση στὸ πολιτικὸ τοπίο τῆς χώρας, ἀφοῦ μέχρι τώρα ἀρκούμασταν στὴν διαβεβαίωση τῶν προθέσεων, ἢ δὲν εἴχαμε ἄλλη ἐπιλογὴ παρὰ νὰ ἀρκεστοῦμε σὲ αὐτές. Γιὰ νὰ πείσει ὅτι σοβαρολογεῖ, τὸ ὑποθετικὸ νέο κόμμα θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχει στὴν πρώτη γραμμὴ τοὺς δοκιμασμένους τεχνοκράτες ποὺ μποροῦν νὰ κάνουν τὸ θεωρητικὸ πρόταγμα πολιτικὴ πράξη σὲ περίπτωση ἐξουσίας, πέρα ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν λεπτομερέστατο πολιτικὸ σχεδιασμό. Στὴν μεταπολίτευση δὲν εἴχαμε ἔλλειμμα προθέσεων, ἂν μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Κώστας Καραμανλῆς εἶχε ὑποσχεθεῖ τὸ 2004 τὴν εὐστοχώτατης σύλληψης «ἐπανίδρυση τοῦ κράτους» χωρίς... λαμπρὰ ἀποτελέσματα- στὴν μεταστοιχείωση τῶν προθέσεων σὲ πολιτικὴ πράξη πάσχουμε, κυρίως ὅταν προκύπτει ἐξουσία, ὄχι στὴν σύλληψη τοῦ στόχου. Ἂν τὸ ὑποθετικὸ κόμμα δὲν διαθέτει στὶς τάξεις του τοὺς ἐν λόγῳ τεχνοκράτες, ἂν δὲν ἔχει καταφέρει νὰ τοὺς ἑλκύσει, καλύτερα νὰ ἀναρωτηθεῖ τί δὲν πάει καλά.



5- Νὰ προτάσσει μιὰ Νέα Μεταπολίτευση.



Τὸ πιὸ πιθανὸ εἶναι ὅτι ἕνα τίμιο νέο κόμμα θὰ ἐντόπιζε τὸν συνωστισμὸ τῶν κακοδαιμονιῶν μας στὴν περίοδο τῆς Μεταπολίτευσης (1974-2010). Τί μένει λοιπόν, παρὰ νὰ προτάξει μιὰ «Νέα Μεταπολίτευση» - δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι ὁ ὅρος ἔχει χρησιμοποιηθεῖ μετὰ ἀπὸ τὸ περίφημο κείμενο τοῦ Νίκου Ράπτη ἀπὸ ἀρκετὰ κόμματα, τοὺς «Δημοκρατικούς», τὴν «Νέα Δημοκρατία» τοῦ Ἀντώνη Σαμαρᾶ καί, ὄψιμα, ἀπὸ τοὺς «Οἰκολόγους-Πρασίνους»· ὅμως, ὁ καθένας δίνει διαφορετικὸ περιεχόμενο στὸν ὅρο. Πέρα ἀπὸ αὐτὰ ὅμως, «μεταπολίτευση» σημαίνει τὴν ἀλλαγὴ τοῦ πολιτεύματος, καὶ τὸ πολίτευμα ποὺ οἱ περισσότεροι πολίτες ἐπιθυμοῦμε εἶναι ἡ Ἀντιπροσωπευτικὴ Κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία ποὺ νὰ λειτουργεῖ ὅμως ὡς τέτοια καὶ ὄχι ὡς Πρωθυπουργοκεντρικὴ Ὀλιγαρχία ἢ Κομματοκρατία, ὅπως πανθομολογουμένως συμβαίνει σήμερα. Ὡς ἐκ τούτων, ἡ «Νέα Μεταπολίτευση» μοιάζει νὰ προϋποθέτει τὴν Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευση ποὺ θὰ δώσει νέο Σύνταγμα στὴ χώρα, τὸ ὁποῖο θὰ θεσμοθετεῖ μιὰ πραγματικὰ Ἀντιπροσωπευτικὴ Κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία - ὅλα τὰ ἄλλα νεομεταπολιτευτικὰ μοιάζουν νὰ ἕπονται.



6- Νὰ μὴν φοβηθεῖ νὰ προτείνει «στρατηγικὸ βάθος» γιὰ τὴν Ἑλλάδα.



Σήμερα θὰ ἦταν ἀστεῖο νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴ δυναμικὴ θέση τῆς Ἑλλάδας στὸ διεθνὲς ἐπίπεδο ἢ γιὰ τὸν στρατηγικὸ ρόλο ποὺ θὰ φιλοδοξοῦσε νὰ παίξει στὴν εὐρύτερη περιοχή- θὰ ἦταν λεονταρισμοὶ ποντικιοῦ σὲ ἡμι-κομματώδη κατάσταση. Παρ’ ὅλα ταῦτα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ξέρει κανεὶς τί γίνεται μέσα σὲ λίγα χρόνια, ἀφοῦ ἡ Ἱστορία ἔχει πολλὰ ποδάρια, εἶναι ζωτικῆς σημασίας νὰ μὴν χάνουμε τὴν ἱκανότητα νὰ ὁραματιζόμαστε μιὰ θέση τῆς Ἑλλάδας πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν τωρινή. Ἀκόμα καὶ μέσα στὸν τωρινὸ ἢ αὐριανὸ ζόφο καὶ γνόφο, ὁποιοδήποτε πολιτικὸ ὑποκείμενο θέλει νὰ εἶναι ἐλπιδοφόρο ὀφείλει νὰ θέσει τὸν στρατηγικὸ πήχυ τῆς Ἑλλάδος ψηλά- διότι μόνον ἐκεῖ μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ πήχυς ζείδωρος.



7- Νὰ ἔχει χαρακτηριστικὰ κινήματος.



Ἂν τὸ μήνυμα τοῦ κόμματος δὲν συνεγείρει ἅμα τῇ ἐμφανίσει του κόσμο σὲ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν ἀ-ὅριστη Ἑλλάδα τῆς ὁμογένειας, κάτι δὲν ἔχει πάει καλά. Τὸ ἐλπιδοφόρο σήμερα δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ μεταλαμπαδεύεται αὐθορμήτως ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἀπὸ τραπέζι καφετέριας/καφενείου σὲ τραπέζι καφετέριας/καφενείου, ἀπὸ ὀθόνη σὲ ὀθόνη, εἰδάλλως μᾶλλον δὲν εἶναι καὶ τόσο ἐλπιδοφόρο- οἱ συνθῆκες εἶναι ὥριμες γιὰ νὰ ἀληθεύει αὐτὸ τὸ κριτήριο, ἀφοῦ τὰ πράγματα καὶ ἡ ἐπαγρύπνηση τῶν πολιτῶν δὲν εἶναι ἴδια μὲ παλαιότερα. Μιὰ ἔωλη νομενκλατούρα ἑνὸς κατ’ οὐσίαν ἀνύπαρκτου κόμματος ποὺ παίρνει σβάρνα πόλεις καὶ χωριὰ χωρὶς νὰ κινητοποιεῖ παρὰ ἐλάχιστους εἶναι φαινόμενο ὄχι μόνο ἀνούσιο, ἀλλὰ καὶ ἐξοργιστικὸ γιὰ τοὺς ἐχέφρονες.



8- Νὰ προτάσσει τὶς χαρισματικὲς προσωπικότητες ποὺ συγκαταλέγονται στὶς τάξεις του χωρὶς νὰ καθίσταται προσωποπαγές.



Μιὰ χαρισματικὴ προσωπικότητα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι «χαρισματική», δηλαδὴ δῶρο Θεοῦ, συνιστᾶ ἀπὸ μόνη της ἐλπίδα. Ἡ συνάντηση μαζί της σὲ βεβαιώνει ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ξαναχτίσουν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὶς (προσεχεῖς) στάχτες της. Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου ἡ πολιτικὴ βούληση χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν τρυφερὴ βεβαιότητα τοῦ ὁδοστρωτήρα συνιστᾶ ἔννοια διαμετρικὰ ἀντίθετη πρὸς τὸ «πολιτικὸ κόστος» καὶ τοὺς πολυώνυμους ψοφοδεεῖς του. Παράλληλα, μπουχτίσαμε ἀπὸ τὶς ἀυτόκλητες χαρισματικὲς προσωπικότητες, τοὺς «σωτῆρες» ἢ τὶς «ἐπικοινωνιακὲς» θλιβερὲς φιγοῦρες τῆς πολιτικῆς κουζίνας: οἱ οὐρανομήκεις ἐγωισμοί τους δὲν μποροῦν νὰ σχετίζονται κατὰ τὸ παραμικρὸ μὲ τὴν ἀνάσταση τῆς χώρας. Ὑπάρχει κάποιος σήμερα ποὺ νὰ ὁραματίζεται τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδας μέσα ἀπὸ προσωποπαγῆ κόμματα, πόσῳ δὲ μᾶλλον ὅταν τά... τιμώμενα πρόσωπα προέρχονται ἀπὸ τὸν περιβόητο ἐγχώριο πολιτικὸ στίβο;



9- Νὰ ἀξιοποιήσει τὸ διαδίκτυο στὸ ἔπακρον.



Ἕνα νέο κόμμα ποὺ θὰ προβάλλεται ἀπνευστὶ καὶ διαρκῶς ἀπὸ τὰ συμβατικὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐξημέρωσης δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μέρος τοῦ προβλήματος, ὄχι τῆς λύσης- κάποιον λάκκο θὰ ἔχει ἡ φάβα. Ἀντίθετα, ἕνα δυνητικὰ ἐλπιδοφόρο νέο κόμμα δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ὁλοσχερῶς, περίπου ἢ ὀλίγον ἀποκλεισμένο ἀπὸ τὰ Μέσα, ἰδίᾳ δὲ ἀπὸ τὴν τηλεόραση. Τὸ διαδίκτυο ὅμως διανοίγει νέες δυνατότητες ποὺ μένουν στὸ μεγαλύτερο κομμάτι τους ἀναξιοποίητες- πόσῳ δὲ μᾶλλον ὅταν ἡ διαδικτυακὴ πληροφόρηση καὶ ἡ λεγόμενη μπλογκόσφαιρα φαίνεται νὰ βρίσκονται ἁπλῶς στὴν ἀρχὴ τῆς ἄνθησης ποὺ προβλέπεται νὰ γνωρίσουν στὸ ἐγγὺς μέλλον. Σήμερα, αὔριο ἢ ἀπὸ χθές, τὸ διαδίκτυο μπορεῖ κάλλιστα νὰ παρακάμψει τὰ παραδοσιακὰ Μέσα, τὰ κάποτε ἐν Μπαϊρακτάρῃ μετὰ σουβλακίων ὑβρισθέντα.



10- Νὰ μελετήσει τὰ λάθη παρόμοιων ἐγχειρημάτων τοῦ παρελθόντος.



Ἂν ὑπάρχει πολιτικὸς σχηματισμὸς ποὺ νὰ παρουσίασε στὸ πρόσφατο παρελθὸν ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ παραπάνω στοιχεῖα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, πρέπει νὰ πρόκειται γιὰ τοὺς «Δημοκρατικοὺς» τοῦ 2008/09, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔχουν χάσει τὴν δυναμική τους, τὴν δυνατότητα συσπείρωσης ἐλπιδοφόρων μελῶν καὶ στελεχῶν καὶ τὴν γονιμότητα παραγωγῆς νέων ριζοσπαστικῶν προτάσεων (πολλὲς ἀπὸ τὶς ἀρχικὲς προτάσεις βρίσκονται στὸ βιβλίο «Δημοκρατικοί - ἡ δημιουργία μιᾶς νέας πολιτικῆς κίνησης» τὸ διατιθέμενο στὰ κεντρικὰ τῶν ἐκδόσεων Παπαζήση). Ἀξίζει νὰ μελετήσει κανεὶς τὴν πορεία τους γιὰ νὰ διαπιστώσει καὶ νὰ ἀναλύσει τὰ λάθη ποὺ ἔλαβαν χώρα. Εἰδικὰ δὲ κάτω ἀπὸ τὸ πρίσμα τοῦ φαινομένου τῆς σημερινῆς μὴ παλιννόστησης τῶν ἱδρυτικῶν καὶ ἄλλων μελῶν ποὺ ἀποσκίρτησαν (συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ὑποφαινομένου), παρὰ τὴν ἀντικατάσταση τῆς παλιᾶς σαφῶς προβληματικῆς ἡγεσίας μὲ μιὰ δημοκρατικώτερη καὶ ἰσορροπημένη ἡγεσία ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ὑψηλότερη πολιτικὴ εὐφυία καὶ ἀδιαπραγμάτευτη ἀνιδιοτέλεια. Ἡ ἀποτυχία τοῦ ἐγχειρήματος χρειαζόταν μελέτη... Τὸ ἐγχείρημα ἀποτελεῖ ἀνθολόγηση καλῶν προθέσεων, βασίμων ἐλπίδων ἀλλὰ καὶ ἐπιλογῶν πρὸς ἀποφυγὴν καὶ θανάσιμης ἀπροθυμίας γιὰ τολμηρὲς συνεργασίες.

Κανένα ἀπὸ τὰ δύο ὑπὸ δημιουργία κόμματα, τοῦ κ. Κουβέλη καὶ τῆς κ. Μπακογιάννη-Μητσοτάκη, δὲν πληροῖ ἔστω καὶ μία ἀπὸ τὶς παραπάνω προϋποθέσεις. Ὁπότε... δὲν τὸ ἀφήνετε καλύτερα;

Θὰ ἀποτελέσει ἔκπληξη, ἂν οἱ πολίτες δὲν γυρίσουν τὴν πλάτη στὰ ὑπὸ δημιουργία καθαρῶς αὐτοαναφορικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν κομίζουν τὸ καινούργιο ἀλλὰ ἀνακυκλώνουν τὸ παλιό. Ἂν ἔχει πεῖ μιὰ σωστὴ κουβέντα ὁ τρέχων πρωθυπουργὸς (κυριολεκτικᾶ τρέχων- ὅλο τρέχει, ὅλο ἐκτὸς Ἑλλάδος), αὐτὴ εἶναι τὸ «ἢ ἀλλάζουμε ἢ βουλιάζουμε». Καὶ ἐπειδὴ μᾶλλον βουλιάζουμε, ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω...

29 Ἰουνίου 2010

Read more...

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ


Η Γενιά που στελέχωσε την μεταπολίτευση καθώς συγκεντρώθηκε γύρω από δυο πρόσωπα τους αυθεντικούς Καραμανλή και Παπανδρέου. Η γενιά που δεν μπόρεσε να χειραφετηθεί ποτέ.

Τους Θυμάμαι επί μήνες να προσπαθούν να παραδεχτούν τον βιολογικό θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου έξω από το Ωνάσιο μέσα σε σκηνές.

Τους θυμάμαι επί χρονιά να μην αφήνουν τον Καραμανλή να ησυχάσει και να το κρατούν όρθιο με υποστυλώματα.

Ήταν προφανές ότι αυτή η Γενιά θα εξελίσσονταν σε Βαμπίρ και θα ρουφούσε κάθε άλλη γενιά. Ήταν προφανές ότι φτιάχνονταν ένα καθεστώς σε κάθε σημείο της Ελλάδος από αυτή την γενιά. Η ίδια γενιά παντού στα ΜΜΕ την πολιτική την οικονομία. Μια γενιά οπού η αξιοκρατία της μετριόνταν με το ήχο και την ένταση του χειροκροτήματος. Μια γενιά στην οποία η διαπλοκή έγινε επιστήμη



Και όταν αυτοί οι δυο κορυφαίοι έφυγαν ήταν η ίδια Γενιά που προσπάθησε να τους Νεκραναστήσει δημιουργώντας από το πουθενά και κάνοντας πρωθυπουργό τον χαραμοφάη τον Κώστα Καραμανλή και οδηγώντας στην εξουσία (με την Μέθοδο της Βεντούζας σε κενό) το χαζοντάμαρο τον δικό μας. Και ο Παπανδρέου διέλυσε και τις τελευταίες αυταπάτες. Εξελίχτηκε στο απόλυτο Βαμπίρ. Για να βρεθεί κάποιος σε θέση ευθύνης στην κυβέρνηση του ή στο κόμμα και να προσφέρει στην χώρα του έπρεπε να τον χειροφιλήσει ή να είναι εντελώς απολίτικος και προσκυνημένος.

Ακόμη και σήμερα κανένας από αυτούς δεν τολμά να σηκώσει τα ματιά να δει έναν Παπανδρέου ή έναν Καραμανλή στο πρόσωπο. Ο μόνος στόχος τους είναι να παραμείνουν στην θέση τους με τα δόντια του καρφωμένα στο λαιμό της χώρας μας. Υπερατος στόχος στο τέλος να κληρονομήσουν αυτή την θέση τους στα παιδιά τους. Και για αυτό κάνεις δεν τολμά να αμφισβητήσει ακόμη και αυτό το αίσχος, το κληρονομικό δικαίωμα στην εξουσία

====

Παρατηρήστε λοιπόν πως η Γενιά μας κατάκτησε την επικοινωνία και δημιούργησε δικούς τους σταθμούς οριακά πειρατικούς ανώνυμους και ανεξέλεκτους. Δημιούργησε τις δίκες της φωνές στα δικά της μικρά πολυτεχνεία και σαν θύελλα διαρρέει το μήνυμα της. Η γένια του Ιντερνετ διάλυσε τον Χαραμοφάη και προχωρεί σαν τυφώνας στην διάλυση του συστήματος του Χαζοντάμαρου. Αλλάζει η εποχή. Μια γένια σε διαδικασία χειραφέτησης. Μια γενιά που ξέρει ότι μπορεί έχει δύναμη και επιλέγει να μην προσκυνησει. Μια γενια που στο τέλος θα το κάνει το βήμα της.

Και επειδή ακριβώς η γενιά μας δεν είναι χειραφετημένη για να βγει μπροστά παρατηρείστε την γενικευμένη διάλυση που έρχεται. Της γενιάς μας τις έχουν πιει το αίμα και την έχουν μάθει στην συνδιαλλαγή και στο φόβο. Ετσι Όλα θα γίνουν πλατειά…. Ίσωμα πριν να αισθανθεί δυνατή και να αναδείξει τα νέα πρόσωπα.

Ας είμαστε ενωμένοι ας χαρούμε την θύελλα. Το μέλλον μας ανήκει συνάδελφοι. Ανοίκει σε όσους αισθάνονται νέοι. Και δεν χρειάζεται άγχος.

Χαλαρά κάντε παιχνίδι για πάρτη σας. Λευτερωθείτε.

http://papaioannou.wordpress.com

Περί Πάτρης

Read more...

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

21η Απριλίου. Η μετά θάνατον δικαίωση ; .....ή πως το όνειρο έγινε εφιάλτης

Ειλικρινά αν μου έλεγα κανείς πριν από μερικά χρόνια ότι θα συμφωνούσα έστω και μερικώς με λεγόμενα σαν τα παρακάτω , τότε θα τον θεωρούσα τρελό. Τελικά το "ποτέ" , μάλλον είναι η λέξη που διαλέγει ο Θεός όταν θέλει να διασκεδάσει.
Αυτήν είναι η κατάντια του πολιτικού μας συστήματος . Το να μας κάνει κυνικούς και να μας κάνει να αποζητούμε τον μονόφθαλμο , ανάμεσα στους τυφλούς.

Οι λίγοι ακόμη εν ζωή και οι πολλοί περισσότεροι νεκροί πρωταγωνιστές του στρατιωτικού καθεστώτος δεν θα μπορούν παρά να γελούν χαιρέκακα, βλέποντας την αυτοκατάργηση του συστήματος που τους οδήγησε σε πολιτικό αλλά και σε πολλές περιπτώσεις φυσικό θάνατο. Η μεταπολίτευση με την είσοδο των ελεγκτών του ΔΝΤ, ανήμερα κιόλας της 21ης Απριλίου, δείχνει την ανικανότητα και την αδυναμία της να χειρισθεί πλέον την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Μία κατάσταση που δημιούργησαν, έθρεψαν και άφησαν... να εξελιχθεί οι ίδιοι οι δημιουργοί της μεταπολίτευσης, δηλαδή τα δύο κόμματα εξουσίας που εναλλάσσονται σε αυτήν από το 1974 και μετά.
Φυσικά, πολλοί ήταν αυτοί που δεν περίμεναν την έλευση των εκπροσώπων του ΔΝΤ για να καταδείξουν την χρεοκοπία του μεταπολιτευτικού συστήματος, καθώς δεν έχουν λείψει οι φωνές πολιτικών, δημοσιογράφων και άλλων εκπροσώπων αυτού του συστήματος που εδώ και καιρό έχουν σημάνει τον κίνδυνο της απότομης κατάρρευσης αυτού του οικοδομήματος. Πολύ περισσότερο όμως, από τις όποιες «άνωθεν» φωνές και διαμαρτυρίες, η μεταπολίτευση έχει καταρρεύσει στην συνείδηση του απλού ανθρώπου, καθώς καταδεικνύεται τραγικά ανίκανη να δώσει λύσεις στην καθημερινότητά του.
Η όποια σύγκριση των σημερινών δεδομένων με αυτά της περιόδου της 21ης Απριλίου του 1967 είναι συντριπτικά υπέρ της διακυβέρνησης των στρατιωτικών. Με το δημόσιο χρέος στα όρια της χρεοκοπίας, την ανεργία στο 11,3% και την κατάργηση συμβάσεων, η οικονομική κληρονομιά που άφησε η «χούντα» το 1974 μοιάζει πράγματι με χαμένο παράδεισο. Όσο για το ζήτημα των έξωθεν εξαρτήσεων, η πορεία των εθνικών θεμάτων με την πλήρη υποταγή στον υπερατλαντικό παράγοντα, δείχνει τελικά, ποια από τις δύο περιόδους, η στρατιωτική ή η μεταπολίτευση, ήταν περισσότερο ξενοκίνητη.
Εκεί όμως όπου η όποια σύγκριση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως... ύβρις, είναι το ζήτημα της ασφαλείας του πολίτη. Γιατί μπορεί τα τελευταία χρόνια τα αστικά κέντρα τουλάχιστον να έχουν πλημμυρίσει από αστυνομικούς σε πλήρη εξάρτηση, πλην όμως η εγκληματικότητα έχει ξεπεράσει κάθε όριο, με τις ληστείες μόνο να συμβαίνουν μία κάθε επτά λεπτά. Και μπορεί η στατιστική να είναι τρομακτική, αλλά περισσότερο τρομακτικό είναι το αίσθημα ανασφαλείας που έχει κυριαρχήσει στην συνείδηση του πολίτη, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλα τα γεωγραφικά δεδομένα.
Όσο για την τρομοκρατία, με την δημοσιότητα που έχει λάβει, δεν είναι και αυτή παρά ένα ιδεολογικό παιδί της μεταπολίτευσης. Η απόλυτη ιδεολογική ασυδοσία της αριστεράς και η κατάπνιξη - θεωρητικά και πρακτικά - κάθε αντίθετης απόψεως, έθρεψε τις «αντιεξουσιαστικές» ομάδες που όπως συχνά στη ζωή συμβαίνει, στράφηκαν κατά του δημιουργού τους.
Η 21η Απριλίου 1967 πέθανε πολιτικά όταν αφέθηκαν να συλληφθούν οι πρωταγωνιστές της από τον Καραμανλή τον πρεσβύτερο. Αυτό που έμεινε σήμερα είναι οι θύμησες μίας πραγματικά καλύτερης ζωής στους μεγαλύτερους ηλικιακά και ένα ιστοριογραφικό ενδιαφέρον σε πολλούς νεώτερους. Ένα ενδιαφέρον που γεννάται από την συνειδητοποίηση της χρεοκοπίας ενός συστήματος που στηρίχθηκε ιδεολογικά και νομιμοποιήθηκε πολιτικά στην αντίσταση κατά των στρατιωτικών.
Αυτοί ακριβώς οι αντιστασιακοί που ανασύρονται από την σκόνη σε κάθε επέτειο και αναμασούν τα ίδια και τα ίδια, θα ήταν ίσως οι καλύτεροι διαφημιστές της επταετίας. Υπάρχει όμως και η «γενιά του Πολυτεχνείου», η γενιά των εξουσιαστών της εποχής μας, για να τους ξεπερνά ως προς την αποστροφή που δημιουργούν.
Όταν τελικά σε κάποια χρόνια θα γραφτεί η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών από τον ιστορικό που, ίσως και λόγω χρόνου, δεν θα έχει τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του σήμερα, τότε η σύγκριση μεταξύ του μεταπολιτευτικού σήμερα και του στρατιωτικού χθες θα είναι κατά πολύ υπέρ του δευτέρου.

Τα σχόλια δικά σας.........................

Το άρθρο το βρήκα στο "Αμύνεσθαι Περί Πάτρης" και δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Κόσμο

Read more...

About This Blog

  © Blogger templates The Professional Template by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP