Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Άσυλο στην υποκρισία

 
γράφει ο Θεόδωρος Παντούλας

Το πανεπιστημιακό άσυλο λειτουργεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια ως άσυλο βανδάλων. Και τα πανεπιστήμιά μας ως κακές σχολές επαγγελματικής αποκατάστασης που παράγουν ημιμαθείς πτυχιούχους. Αλλά γι’ αυτά δεν συζητάμε. Δεν μας ενοχλούν. Όπως δεν μας ενοχλεί η εικόνα χαμαιτυπείου που εδώ και δεκαετίες έχουν τα ανά την επικράτεια «εκπαιδευτικά» μας ιδρύματα.
Ενοχληθήκαμε όμως που σε ένα από αυτά κατέφυγαν –με την εγκληματική μεθόδευση ολιγοφρενών της καθεστωτικής «αριστεράς»- κάποιοι μετανάστες. Εάν μάλιστα άσυλο είναι «ο χώρος όπου παρέχεται προστασία και ασφάλεια σε καταδιωκόμενα πρόσωπα», ίσως να είναι και η πρώτη φορά σε όλη την Μεταπολίτευση που γίνεται πραγματική χρήση του ασύλου.
Οι άνθρωποι αυτοί ισχυρίζονται ότι είναι κυνηγημένοι. Εάν ψεύδονται, ας τους ελέγξει η Πολιτεία. Εάν όχι, ας αναλάβει εξ ολοκλήρου τις ευθύνες της. Αλλά εμείς, ως Πολιτεία αλλά κι ως κοινωνία, δεν κουβεντιάσαμε καθόλου γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Ποιοι είναι; Γιατί είναι εδώ; Ποιοι τους έφεραν; Τι θέλουν;
Εσπευσμένα τους στεγάσαμε αλλού, να μην μας χαλάν την σπασμένη μας βιτρίνα. Στρίβειν δια της μεταστεγάσεως σε απευθείας σύνδεση.
Το «μεταναστευτικό» ωστόσο δεν είναι πρόβλημα τηλεοπτικό. Είναι πρόβλημα πολιτικό. Και δεν αντιμετωπίζεται ούτε με δεκάρικους επιδοτούμενης ή μη φιλανθρωπίας ούτε με ξενοφοβικές κορώνες. Είναι πρόβλημα της Δύσης στην οποία σεμνυνόμεθα ότι ανήκουμε –άλλοτε ως φτωχοί συγγενείς κι άλλοτε πάλι ως μακρινοί πρόγονοι.
Οι μετανάστες είναι εδώ γιατί η Δύση, εδώ κι αιώνες, είναι εκεί. Γιατί ο καπιταλισμός απομυζεί τις πατρίδες τους και κερδοσκοπεί με την απόγνωσή τους.
Ευθύνη μικρή σ’ αυτό το ανήθικο αλισβερίσι έχει και η χώρα μας. Η χώρα μας, που μέχρι πρότινος σας θυμίζω ότι καμάρωνε, που χάρη στην ανασφάλιστη εργασία των μεταναστών κατάφερε το ολυμπιακών διαστάσεων έγκλημα της Ολυμπιάδας 2004.
Αμέσως μετά βεβαίως ξεθώριασε η «ισχυρή Ελλάδα» των κρατικοδίαιτων μεγαλοεργολάβων και το greek dream έγινε εφιάλτης για ημεδαπούς κι αλλοδαπούς. Δεν είμαστε ακριβώς Δύση, αλλά πύλη για την Δύση. Μια πύλη που για την ώρα λειτουργεί ως χωματερή της απελπισίας των μεταναστών, τους οποίους δεν καλοξέρουμε πλέον τι να τους κάνουμε. Αυτοί θέλουν να φύγουν, εμείς επίσης θέλουμε να φύγουν κι εντέλει μένουν όλοι τους εδώ. Κι Ευρώπη να μας τραβάει τ’ αυτί, έτσι, για να μην ξεχνάμε τίνος αποικία είμαστε.
Η εδώ νομιμότητα εκπροσωπείται από ανανήψαντες επενίτες ή υποκαθίστανται από γκρουπούσκουλα που κάνουν τις ασκήσεις τους χρησιμοποιώντας τους μετανάστες με τον πλέον χυδαίο τρόπο.
Στην πραγματικότητα όμως δεν φταίνε οι απόκληροι για το ότι εμείς έχουμε διάτρητα σύνορα. Δεν φταίνε επίσης αυτοί που εμείς δεν έχουμε μεταναστευτική πολιτική.
Οι μετανάστες κατά τα λοιπά είναι καλοί για να μας χτίζουν ανασφάλιστοι το μικρομεσαίο μας εξοχικό. Είναι καλοί για να μαζεύουν ανασφάλιστοι τις ελιές μας στο χωριό και να μας αρμέγουν τις κατσίκες. Είναι επίσης καλοί για να μας κάνουν –πάντοτε ανασφάλιστοι- τα θελήματα.
Κι οι μετανάστριες επίσης είναι καλές για να ξεσκατίζουν –ανασφάλιστες κι αυτές- τους γέρους μας ή να μεγαλώνουν τα παιδιά μας. Είναι επίσης καλές για να τις πηδάνε οι θεριακλήδες μας για δέκα ή είκοσι ευρώ.
Μέχρι εκεί. Οι υπόλοιποι να φύγουν, να πάνε αλλού.
Εδώ να μείνει ο στρουθοκαμηλισμός κι η υποκρισία μιας ακοινωνησίας που πουλά νταηλίκι μόνον εκεί που την παίρνει.



Από το Μανιφέστο

Πηγή: http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Ελλάδα-Ιστορία-ΓεωΠολιτική/Άρθρα/2639-Άσυλο-στην-υποκρισία.html

Read more...

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Να τελειώνουμε με την μεταπολίτευση τώρα

 
γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου
Ζούμε εδώ και χρόνια το αργό και επώδυνο τέλος μιας εποχής. Μιας εποχής που τελειώνει μέσα στην αισθητική καθίζηση, την ηθική απαξίωση και τη διεθνή χλεύη. Η περιστολή της εθνικής μας κυριαρχίας, φαίνεται πως θα είναι η τελευταία πράξη αυτού του δράματος που άρχισε με μια εθνική τραγωδία, εξελίχθηκε σε φαρσοκωμωδία και απειλεί να τελειώσει και πάλι με εθνική τραγωδία. Πώς φτάσαμε, αλήθεια, τέσσερις δεκαετίες μετά από εκείνη την άκριτη ίσως αλλά βάσιμη αισιοδοξία που γεννούσε η δημοκρατική απελευθέρωση του 1974, σε αυτή την κατάντια, όταν είναι γενικά αποδεκτό ότι ζήσαμε μια πρωτόγνωρη στη νεώτερη ιστορία μας περίοδο δημοκρατικής ομαλότητας και μαζικής ευημερίας; Φτάσαμε διότι αργήσαμε να αντιληφθούμε ότι η εποχή της Μεταπολίτευσης είχε και κάτι ακέραια αρνητικό, κάτι που εν τέλει υπονόμευσε και οσονούπω θα ανατινάξει τους επίχρυσους ντενεκέδες με τους οποίους καλύψαμε τα χαλάσματα του ρημαγμένου μας πατρικού.

Αν κάτι κυρίαρχα χαρακτήρισε τη μεταπολιτευτική ζωή, αυτό ήταν η έλλειψη οποιουδήποτε γνήσιου εσωτερικού συνεκτικού δεσμού. Ήταν αυτή η έλλειψη που άνοιξε το δρόμο στη λογική του «όλα επιτρέπονται», υπό τη δωρική σκέπη του Γηραιού Καραμανλή στην αρχή της, υπό την εμπνευσμένη απάτη του Ανδρέα Παπανδρέου στη συνέχεια, για να «δοξαστεί» τις ημέρες της χρηματιστηριακής και ενημερωτικής έκρηξης, πριν καταλήξουμε στην εσχάτη ευτέλεια: να κυβερνώμεθα τα τελευταία χρόνια από νοητικά υστερούντες επιγόνους, πέριξ των οποίων κωμικοτραγικές φιγούρες και αδίστακτα υποκείμενα έπραξαν ή παρέλειψαν ό, τι μπορούσαν για να μας παραδώσουν δεμένους χεροπόδαρα στη διεθνή τοκογλυφία.
Η έλλειψη αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Αποτελεί σύμπτωμα μακροχρόνιας ασθένειας που δεν αρχίζει φυσικά το 1974, με την εκκίνηση της Μεταπολίτευσης. Αρκεί να περάσουμε απλώς από το εξωτερικό, το επιπόλαιο επίπεδο των φαινομένων και να εισέλθουμε στο καίριο πεδίο του στοχασμού και της ιστορικής επισκόπησης, για να αντιληφθούμε πως το 1974 απλώς σημειώθηκε (διά της περιβόητης «αλλαγής φρουράς» και της εγκατάλειψης της Κύπρου) η καθολική μετάσταση μιας χρόνιας κακοήθειας. Από τότε που απωλέσθηκε η αιτία υπάρξεως του Νέου Ελληνισμού, το 1922 στο λιμάνι της Σμύρνης, η ελλαδική ζωή περιορίστηκε είτε σε ηθικιστικές ασυναρτησίες (αυτός ήταν ο θρίαμβος της «μικράς και έντιμης Ελλάδος») είτε σε διεθνιστικές ονειρώξεις (με πρωτεύον το όραμα της θεολογίας της προόδου). Η ηρωική προσπάθεια ανασύνταξης που ανέλαβε η γενιά του Τριάντα κατέρρευσε μέσα στις φωτιές του εμφυλίου πολέμου. Οι καλύτεροι των δύο πλευρών χάθηκαν, έμειναν ανάπηροι ή κατέστησαν εγκάθειρκτοι για χρόνια, ψυχές μαραγκιασμένες διά βίου. Απέμειναν οι άθλιες ηγεσίες, νικητών και ηττημένων, να στήσουν τα εμπορεία τους στη μεταπολεμική αγορά. Η φάρσα του 1967 (κορύφωση της εθνικόφρονος ρητορείας) εξελίχθηκε σε τραγωδία και η δημοκρατία που γεννήθηκε χάρη σε αυτή την τραγωδία έφτασε στην κατάντια να χορεύει και να αγκαλιάζεται με τους μακελάρηδες της Κύπρου. Παχυδερμία τάχα ή μήπως ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς που της άνοιξαν το δρόμο;
Σαράντα χρόνια τώρα (όσα κι ο προηγούμενος κύκλος, μια τεσσαρακονταετία κυριαρχίας της αυταρχικής εθνοκάπηλης Δεξιάς- από το 1935), η Αριστερά χειρίστηκε και διαχειρίστηκε τις τύχες του τόπου. Δεν έχει σημασία αν κυβέρνησε ως πραγματική Αριστερά. Σημασία έχει ότι οι Αριστεροί κυβερνούσαν. Αυτοί είχαν την πλήρη ιδεολογική ηγεμονία, αυτοί ήλεγχαν όλους τους αστικούς καθεστωτικούς μηχανισμούς, ειδικά στο χώρο επηρεασμού της κοινής γνώμης. Σχολεία, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης (ακόμη και της Δεξιάς!), γράμματα, τέχνες, επιστήμες. Πίσω από μια αριστερή ρητορεία που δόξαζε υποκριτικά το λαό (όπως οι κοτζαμπάσηδες που ήθελαν καθολική ψηφοφορία για τις συνελεύσεις της Επανάστασης επειδή είχαν σίγουρη την ψήφο των «πελατών» τους) η αρρώστια προχωρούσε: Κανένας υπερατομικός σκοπός, καμία πίστη σε κάτι ιερό και απαραβίαστο, καμία ανιδιοτέλεια. Απλώς φθόνος και μνησικακία. Εκδίκηση για την ήττα του 1949 και τις επακόλουθες διώξεις. Κι ας γίνουν όλα ρημαδιό. Και να που έγιναν. Κι όπως μέσα στη χλεύη και την ευτέλεια τελείωσε το 1974 η εθνικοφροσύνη της Δεξιάς, τελειώνει σαράντα χρόνια αργότερα και ο προοδευτισμός της Αριστεράς.
Βέβαια, η αποκοπή από την εθνική και θρησκευτική μας Παράδοση που πρότεινε κάποιους κανόνες ζωής και προσδιόριζε το ήθος μιας ομοψυχίας, δεν συντελέστηκε μόνο με ευθύνη της Αριστεράς. Πολύ συχνά τον τόνο της αποδόμησης και του οίστρου της ακολασίας τον έδινε η Δεξιά. Όπως ακριβώς ήθελε ο εκ Σερρών αναμορφωτής της, στον οποίο ομνύουν πάντα οι εθνικόφρονες, παλαιάς ή νέας κοπής, τραμπούκοι της ΟΝΝΕΔ ή φιλελεύθεροι ιδεολόγοι, όπως, καλή ώρα, η νέα τους ηγεσία που σεμνύνεται ότι αποτελεί πολιτικό τέκνο του Ευάγγελου Αβέρωφ, δηλαδή του αρχιτέκτονα της Ζυρίχης (1959) και θεωρητικού της εγκατάλειψης της Κύπρου (1974). Ή, όπως κάποιοι άλλοι που εκφωνούν δεκάρικους για τους αρχαίους ημών προγόνους αλλά δεν έχουν οι δυστυχείς ιδέα για τη διάνοια και την αισθητική εκείνων των σπουδαίων ανθρώπων που κάτι περισσότερο από τηλεμάρκετιγκ άξιζαν. Πώς να καταλάβουν όλοι αυτοί οι δήθεν «συντηρητικοί» ότι όταν ο σεβασμός στις αξίες της Παράδοσης γίνεται μηχανικός, ρητορικός ή και απλή συνήθεια, ένα λαϊκό ετήσιο πανηγύρι ή ένα καθημερινό φτηνό τηλεοπτικό θέαμα, η κοινή πίστη δεν θα αργήσει να εκμετρήσει το ζην; Πως όταν ο συλλογικός μας βίος γίνεται ιλαροτραγωδία που ξετυλίγεται πότε με εξάρσεις αυταρέσκειας και πότε με καταβυθίσεις αυτοκαταδίκης, η συμβίωση θα καταστεί αβίωτη και το εγώ άρρωστα αδηφάγο;
Οι άνθρωποι δεν συνδέονται απλώς επειδή συμβιώνουν. Συνδέονται όταν αισθάνονται ότι υπηρετούν μια κοινή υπόθεση. Και οι Έλληνες μετά το 1974 δεν πιστεύουν ότι τους συνέχει μια αλληλεγγύη πέρα από ατομικές θελήσεις ή κοινές αντιπάθειες –εκτός βέβαια από την αλληλεγγύη εκείνη που γεννά η ένοχη ματιά μεταξύ των πλιατσικολόγων την ώρα της «δουλειάς». Τι συνέβη λοιπόν πραγματικά το 1974; Ο Έλληνας της Μεταπολίτευσης, τον οποίο όλοι βρίζουμε, ένιωσε πως βρίσκεται μόνος, σε έναν κόσμο ξένο και πρόσκαιρο αλλά και με γοητεία αβάσταχτη, με πλούτο προκλητικό τριγύρω, που σε καλούσε να απλώσεις το χέρι και να τον κερδίσεις γρήγορα και άκοπα. Αν τα κατάφερνες, σε περίμενε η δόξα, ο έπαινος μιας κοινωνίας που κρίνει τον άνθρωπο με βάση τον τύπο του αυτοκινήτου που οδηγεί. Στη χειρότερη περίπτωση σε ανέμενε ο φθόνος, όσων απλώς δεν συμμετείχαν στην καταλήστευση.
Υπήρχαν βέβαια καθ’ όλη αυτή την περίοδο και δυνάμεις και πρόσωπα που κήρυσσαν την αντίσταση στη γενική διαφθορά προβάλλοντας την αρράγιστη λογική του εκσυγχρονισμού. Φυσικότατα απέτυχαν. Διότι η αρράγιστη λογική δεν πείθει τις μάζες κι ούτε συνεγείρει συνειδήσεις απλώς το γίνουμε σύγχρονη κοινωνία αν λείπει το «προς τι». Καμιά λογική δεν στρατεύει τις συνειδήσεις σε μια επαγγελία που βιολογικά και χρονικά τις υπερβαίνει. Ουδείς θυσιάζεται για ένα παράδεισο που δεν θα ζήσει αν δεν τον συνεπάρει ένα όραμα που θα πυροδοτήσει το αίσθημα της αυτοθυσίας. Χωρίς αυτό το όραμα, μόνος υπαρκτός παράδεισος μένει ο κόσμος του «ό, τι φάμε, ό, τι πιούμε κι ό, τι αρπάξουμε». Αυτό που είναι δηλαδή το ιδανικό της κοινωνίας της αφθονίας: Το πλουσιότερο παχνί.
Δεν μπορεί ασφαλώς να αγνοήσει κανείς ότι οι άνθρωποι έχουν καθημερινές πρακτικές ανάγκες. Εδώ ακριβώς αναπότρεπτα αλλά και λίγο πονηρά προβάλλεται σήμερα από τους αυτουργούς της καταστροφής το ερώτημα: Και τώρα τι κάνουμε; Να πτωχεύσει η χώρα; Η απάντηση σε αυτό το υπαρκτό δίλημμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπει στους ανθρώπους της Μεταπολίτευσης να εμφανίζονται ως η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα. Δεν είναι πράξη αντίστασης να ζητούμε διεθνώς αυτό που κάναμε τα χρόνια της μεταπολιτευτικής κουτοπονηριάς: να «ρυθμίζουμε» τα χρέη που δεν πληρώνουμε εις υγείαν των κορόιδων που καταβάλλουν φόρους, εισφορές και δόσεις. Δεν συνιστά λύση αξιοπρεπή να μην πληρώνει κανείς όσα εθελουσίως δανείζεται. Είναι μια συνέχιση της μεταπολιτευτικής μας ευτέλειας και μάλιστα απόπειρα να την ντύσουμε με επικό, τάχα αντιστασιακό στυλ.
Πρέπει λοιπόν να το αναγνωρίσουμε. Ναι, απαιτούνται εδώ που φτάσαμε θυσίες. Αλλά η γενιά που οδήγησε την Ελλάδα σε αυτή την κατάντια δεν μπορεί, δεν έχει το ηθικό ανάστημα να ζητήσει θυσίες για να ξεπεραστεί η κρίση. Η μοιραία αυτή γενιά, η γενιά του 1970 (στην πολιτική, στην οικονομία, στα γράμματα) πρέπει το ταχύτερο να μας απαλλάξει από την παρουσία της, πρέπει να πεθάνει. Με κάθε τρόπο. Αρκετά μας στέρησε από τις βρύσες της ζωής, αρκετά πηγάδια ζωής επιχωμάτωσε ή βοθροποίησε. Καμιά σωτηρία δεν μπορεί να προσφέρει αυτή η γενιά. Είναι ανίκανη για οποιαδήποτε ευφυή επινόηση. Στερείται κάθε ταλέντου. Καμιά αξιοθρήνητη εξιδανίκευση των μέτρων εξόδου από την κρίση δεν μπορεί να ανασκευάσει την βαθιά ψυχική παραμόρφωση αυτής της γενιάς. Γι’ αυτό και τα όποια μέτρα λαμβάνει είναι αναποτελεσματικά. Διότι όλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν στόχο τη σωτηρία της πατρίδας αλλά τη σωτηρία των ατομικών και ταξικών συμφερόντων αυτής της γενιάς.
Εδώ ακριβώς θα μπορούσε να προβληθεί βέβαια η καλόπιστη αντίρρηση: Υπάρχει κάποια άλλη έτοιμη συνταγή εθνικής σωτηρίας; Θα ήταν κωμικό να το υποστήριζε κανείς αυτό. Η μία και μόνη ελπίδα που υπάρχει, είναι να εμφανιστεί μια νέα γενιά με κοινή συναίσθηση ενός ιστορικού χρέους. Με πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις του ελληνικού λαού αλλά και αυστηρή στις μικρές και μεγάλες κατεργαριές του δήθεν αθώου, βασανισμένου λαϊκού ανθρώπου. Με στοχασμό ελληνικό –σφραγίδα εντυπωμένη στο νου και στη συνείδηση που θα έχει για τον κόσμο– αλλά και γνώση πως αυτός ο κόσμος αλλάζει ορμητικά, ακατάσχετα, και η Ελλάδα δεν μπορεί να μένει καθηλωμένη στα σχήματα της Μεταπολίτευσης ή στα κρησφύγετα της ρωμέικης αυταρέσκειας που πάντα σε κάποιον άλλο ρίχνει την ευθύνη για τα δικά μας σφάλματα.
Η γενιά αυτή δεν θα συνασπιστεί για να θορυβήσει όπως κάνουν διάφοροι γραφικοί ψευδο- ελληνοκεντρικοί ή κατ’ επάγγελμα καταστροφολόγοι που απαξιώνουν το έπος του Νέου Ελληνισμού. Θα αισθάνεται δέος για τη στράτευσή της και δεν θα έχει χρόνο για πλάκα, ατάκες και τηλεοπτικά σώου. Θα της αρκεί η στράτευσή της. Αυτή θα την θερμαίνει, αυτή θα την ενθουσιάζει. Η ελληνική ζωή με μια τέτοια γενιά θα αποκτήσει ξανά ένα σκοπό υπαγορευμένο από τη δύναμη των πραγμάτων. Κι ένας σκοπός, όταν μάλιστα είναι κοινός, σου υπόσχεται μια δικαίωση, αδιάφορο αν τον πετύχεις ή όχι. Αρκεί που αγωνίστηκες. Μπορεί μια μάχη να μη την κερδίσεις, φτάνει όμως που υπήρξες πολεμιστής. Που έβγαλες –εν προκειμένω– το κεφάλι από το δύσοσμο βόθρο της Μεταπολίτευσης και ανάσανες ελεύθερα. Ανταμοιβή μεγαλύτερη δεν υπάρχει.
Είναι καιρός λοιπόν να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση και να γυρίσουμε πίσω, στον Ιούλιο του 1974. Από εκεί να αρχίσουμε ξανά για να ξαναχτίσουμε μια δημοκρατία γνήσια και νόμιμη, όχι προσχηματική, όχι αυθαίρετη. Με θεμέλια στέρεα και βαθιά στη γη μας αλλά και ανοιχτούς ορίζοντες στην οικουμένη. Με την ανεξόφλητη οφειλή μας προς την Κύπρο (πηγή της μεταπολιτευτικής μας ελευθερίας), ως πρώτο  χρέος, να οικοδομήσουμε μια νέα εξωτερική πολιτική με γνώση ποιος είναι ο διαρκής ιστορικός μας εχθρός. Με μια νέα αποχουντοποίηση στο εσωτερικό: Αυτή τη φορά εναντίον όσων κυβέρνησαν μετά το 1974 και οδήγησαν τη χώρα μας στη χρεωκοπία και την ηθική εξαθλίωση. Με ένα νέο Σύνταγμα ακέραια δημοκρατικό, με εκκαθάριση του κομματικού συστήματος. Προτάσεις θα υπάρξουν πολλές σε αυτή τη νέα Συντακτική διαδικασία. Ας ξεκινήσουμε από εδώ με μία: Να στερηθούν του δικαιώματος του εκλέγεσθαι όλοι όσοι διατέλεσαν βουλευτές μετά το 1974. Θα είναι η ελάχιστη ποινή για όσους υπηρέτησαν ενσυνείδητα τις καταστροφικές κυβερνήσεις αυτής της τεσσαρακονταετίας και παραμένουν, όπως όλοι βλέπουμε, αμετανόητοι. Ίσως έτσι περιοριστεί η καταστροφή στο ηθικό και το οικονομικό πεδίο. Διότι σε κάθε άλλη περίπτωση, αν η Μεταπολίτευση τελειώσει, όπως άρχισε, με μια εθνική καταστροφή, τότε η επανεκκίνηση δεν θα γίνει από το 1974. Θα γίνει από το 1922. Με όλες τις αναλογίες. Και ας έλθουν μετά από έναν αιώνα οι επίγονοι όσων τιμωρηθούν να διαμαρτύρονται για την διαδικασία, όπως τολμούν εσχάτως οι ιδεολογικοί κληρονόμοι του μικροελλαδισμού.

από το manifesto τ.19, Οκτώβριος 2010

Read more...

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Είναι η αντιπαροχή ταυτότητα ;

Έχουμε την βεβαιότητα ότι ο «Καλλικράτης» αντιμετωπίζει τις περιφέρειες ως διοικητικές μονάδες του κομματικού παρακράτους, χωρίς να πολυλογαριάζει τις ιστορικές και πολιτισμικές τους διαστάσεις, αυτές δηλαδή που διαμορφώνουν ή που θα έπρεπε να διαμορφώνουν τις χωροταξικές, παραγωγικές, κι αισθητικές αναφορές ενός τόπου ή μιας ουτοπίας.

Η Αττική, που δυστυχώς λειτουργεί υποδειγματικά για όλες τις ελληνικές περιφέρειες, παρότι είναι μια περιοχή με ασύγκριτη ιστορική πυκνότητα, έμπλεη μνημάτων και μηνυμάτων, είναι μια περιφέρεια σε σύγχυση, δηλαδή μια περιφέρεια χωρίς ταυτότητα. Διότι δεν συνιστά ταυτότητα η αρχαιοκαπηλία, η έπαρση κι ο κομπογιαννιτισμός με τα οποία πορεύεται κι εμπορεύεται το κράτος των Αθηνών και της Μυκόνου.

Για δυο σχεδόν αιώνες η Αττική λειτούργησε ως τόπος υποδοχής και διαμονής των προσφύγων του εντός κι εκτός Ελλάδος ελληνισμού (εσχάτως έγινε και τόπος διαμονής των αλλογενών μεταναστών αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα). Θα περίμενε κανείς ότι η συνύπαρξη τόσο ετερόκλητου ανθρώπινου δυναμικού θα πλούτιζε την ταυτότητά της, καθιστώντας την Αττική ελκυστική μες την πολυμορφία του τόπου και των ανθρώπων του. Αλλά αυτό δεν έγινε, διότι οι τοπικές ταυτότητες εξ αρχής βρέθηκαν υπό διωγμό. Οι επήλυδες έπρεπε να τις αποβάλλουν για να γίνουν αποδεκτοί από τον συμπλεγματικό επαρχιωτισμό του ομοιογενοποιητικού και συγκεντρωτικού μοντέλου που προκρίθηκε σαν καταλληλότερο για την χώρα από μια πολιτική τάξη που την προχειρότητά της συνεπικουρούσε παλαιόθεν η μορφωτική και ιστορική της ανεπάρκεια. Το αποτέλεσμα αυτού του μοντέλου είναι μια κοινωνία μεταπρατική και μια περιφέρεια παρενδυματική, δηλαδή μια περιφέρεια τραβεστί.
Χωρίς υποδομές, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς πρόβλεψη και κυρίως χωρίς προοπτική η μισή Ελλάδα σπρώχτηκε και στριμώχτηκε στο λεκανοπέδιο Αττικής που λειτούργησε ως χωματερή, στην οποία όμως δεν στοιβάχθηκαν μόνο απορρίμματα αλλά και άνθρωποι, άνθρωποι στερημένοι της περηφάνιας και της αξιοπρέπειάς τους. Οι άνθρωποι αυτοί, κατά κύριο λόγο, έπρεπε να παρασιτούν ως πελάτες μιας ανάγωγης αλλά πανίσχυρης διακομματικής γραφειοκρατίας, η οποία με την σειρά της ενθάρρυνε, μονιμοποιούσε και νομιμοποιούσε τις παντοειδείς αυθαιρεσίες, αυτές που εντέλει παραμόρφωσαν το φυσικό, αρχιτεκτονικό και ιστορικό περιβάλλον της αττικής γης. Κι όλα αυτά τα εγκλήματα έγιναν στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου εκσυγχρονισμού, που γέμισε με τζιπ το Κολωνάκι αλλά δεν έχει πού να κρύψει τα σκουπίδια που παράγει.
Η μονοκαλλιέργεια του τσιμεντώματος και ο Μινώταυρος της δημοσιοϋπαλληλίας ήταν κι είναι το κυρίαρχο μοντέλο υπανάπτυξης, και χάρη σε αυτό η κατακαμένη Αττική έγινε μια υποβαθμισμένη βαλκανική περιφέρεια που η χυδαιότητά της θα έπρεπε να προσβάλει εκτός από την ποιότητα ζωής των κατοίκων της και την μνήμη τους. Κατά πλειοψηφία αμνήμονες όμως και κατά συνέπεια παροπλισμένοι επί μακρόν ιδιώτευσαν, υπό την ομηρεία μιας δανεικής ευζωίας με ανεξόφλητα γραμμάτια. Όσο για τους επισκέπτες της αυτοί την αντιμετωπίζουν ως τράνζιτ, ως ελάχιστα ελκυστικό, γι’ αυτό και προσωρινό, σταθμό διέλευσης.
Το θέμα δεν είναι αποκλειστικά αισθητικής τάξεως. Δεν αποτρέπει απλώς τον λεγόμενο τουρισμό πόλης. Καθορίζει την ανάπτυξη, την οικονομία, τον πολιτισμό -την καθημερινότητά μας δηλαδή. Όλα τα γεωπολιτιστικά και συνακόλουθα γεωοικονομικά πλεονεκτήματα της Αττικής περιφρονήθηκαν με τον πλέον κραυγαλέο κι απαίδευτο τρόπο. Γι’ αυτό ακριβώς και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι αυτοί που ομνύουν στην κατά τα λοιπά κεχρισμένη «ανεξαρτησία» τους, αυτοί που παταγωδώς απέτυχαν στα απλά, θα προκόψουν τώρα στα σύνθετα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι αυτοί που συγκεφαλαιώνουν το πρόβλήμα θα γίνουν αίφνης η λύση του. Κι επιπλέον χρειάζεται να το πούμε ξεκάθαρα. Αυτοί που ανέχθηκαν ή ενορχήστρωσαν την ύβρη στην Αττική δεν δικαιούνται να γίνονται οι όψιμοι τιμητές της, διότι, απλούστατα, «δεν πάει άλλο». Οι ανοχές κι οι αντοχές της Αττικής βρίσκονται σε οριακό σημείο. Οι ελεύθεροι χώροι λιγοστεύουν και η «ανάπτυξη» συνεχίζει να είναι υπόθεση των εργολάβων κι όχι των πολιτών. Οι θαλάσσιοι και δασικοί πνεύμονες υπολειτουργούν. Η ανεξέλεγκτη μετανάστευση γκετοποιεί περιοχές και οι συνέπειες της οικονομικής και πολιτικής υποτέλειας του «Μνημονίου» θα δημιουργήσουν κοινωνικές εκρήξεις απρόβλεπτης έντασης. Η Αττική –όπως κι η χώρα ολόκληρη– ή θα συνεχίσει να φυτοζωεί ως τριτοκοσμικό «οικόπεδο και αποικία» ή θα αποφορτισθεί πρωτίστως υλικά –δηλαδή πολιτικά–, ώστε να επανακτήσει και να δημιουργήσει μια ταυτότητα που θα σέβεται το περιβάλλον της, το παρελθόν της και τις ιδιαιτερότητες των κατοίκων της.
Και σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν οι απροσκύνητοι Ηπειρώτες, οι Κρήτες, οι Πελοποννήσιοι, οι Μακεδόνες, οι Κυκλαδίτες, οι Θράκες, όλοι οι Πανέλληνες πρόσφυγες της Αττικής γης, όλοι εκείνοι που δεν τους κατάπιε η νεοπλουτική κακογουστιά, να πλουτίσουν την φυσιογνωμία της και να στολίσουν με την ατίμητη ετερότητά τους το πρόσωπό μιας παλιγγενεσίας. Διότι αυτοί είναι οι άνθρωποι που θα απελευθερώσουν τις πνευματικές, κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις που λαθροβιούν στο περιθώριο κομίζοντας, κοντά στ’ άλλα, τις δεξιότητες των τόπων καταγωγής τους, εκείνες ακριβώς που με την βιοτεχνία τους θα υποσκελίσουν την εξάρτηση της περιφέρειας από την λερναία ύδρα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της τζογαδόρικης παραοικονομίας.
Αλλά για να επανεύρουμε των Ελλήνων τις κοινότητες, των Ρωμηών τις κοινωνιές δεν χρειάζεται απλώς μια χρηστή διαχείριση και μερικά αποσπασματικού χαρακτήρα μερεμέτια αλλά μια νέα και τολμηρή προοπτική, μια επαναθεμελίωση στον θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό  χάρτη της περιφέρειας.  Μιά πραγματικά συμμετοχική και αυτοδιοικητική επαναθεμελίωση που θα αναδεικνύει την τοπικότητα και τα λησμονημένα παραγωγικά της συστήματα σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα δημιουργήσει αναμφίβολα σφοδρές συγκρούσεις με τις χρόνιες παθογένειες του κραταιού συστήματος της κρατικοδίαιτης αγοράς.
Γι’ αυτό κι ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορεί να το γεννήσουν οι χρεωκοπημένες κομματικές εφεδρείες που ανακυκλώνουν τα φθαρμένα έως διεφθαρμένα τους υλικά στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα το κοιλοπονέσει η ίδια η ιστορία με τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα που δεν αποχαύνωσαν ακόμη οι τηλεοράσεις των πλούσιων εργολάβων.
Και αυτό δεν το χρωστάμε μόνο στις ζωές μας αλλά και στους γονείς και τα παιδιά μας.
Όσοι δεν βουλιάξαμε στους καναπέδες μας ας το τολμήσουμε.

Αναδημοσίευση του εκδοτικού σημειώματος του manifesto (τ.19), το οποίο από 3/11 κυκλοφορεί στα περίπτερα και τα κέντρα τύπου της περιφέρειας.

Read more...

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Από την μεταπολίτευση του 1974 στην χρεοκοπία του 2010

γράφει ο Θεόδωρος Ε. Παντούλας

"Έχω την εντύπωση –εάν εξαιρέσουμε τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α.- ότι η τελευταία φορά για την οποία μπορούμε ως Νεοέλληνες να είμαστε υπερήφανοι είναι το έπος του 1940 και η εθνική αντίσταση. Μετά, στο όνομα μιας καθ’ όλα συζητήσιμης κοινωνικής δικαιοσύνης, άρχισε η αδελφοκτονία. Η πατρίδα γλίτωσε βεβαίως από τον υπαρκτό σοσιαλισμό αλλά τα ερείπια της ρημαγμένης χώρας μας παραδίδονταν στους μαυραγορίτες, στους δωσίλογους και στις παρακρατικές οργανώσεις τους. Όχι ότι δεν υπήρχαν άλλοι Έλληνες αλλά αυτό ήταν το πολιτικό προσωπικό της εξ’ Αιγύπτου ορμώμενης εθνικοφροσύνης μας και της υπερατλαντικής εντέλει επιλογής μας....

Η, κατά κύριο λόγο, αγροτική χώρα μας μετεμφυλιακά έπαυε να είναι αγροτική. Η μισή αγροτική Ελλάδα στριμωχνόταν στις παρυφές των αστικών κέντρων κι άλλη μισή ετοίμαζε μπαγκάζια για την Γερμανία και την Αμερική. Οι υπόλοιποι απλώς υπέγραφαν πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων ή πούντιαζαν στα ξερονήσια του «εθνικού» φρονηματισμού.
Οι ξενιτεμένοι, έχω την υποψία ότι μπορεί να και να σώθηκαν, διασώζοντας μιαν άλλη Ελλάδα. Όσοι έμειναν –ξενιτεμένοι στον ίδιο τους τον τόπο και παρά την κυρίαρχη ρητορεία που ακαμάτως τους θύμιζε από ραδιοφώνου ότι είναι 3000 χρόνων γέροι- δεν μπορούσαν να σώσουν την Ελλάδα. Γι’ αυτό και αφέθηκαν στην made in Greece «αντιπαροχή», που –όπως θα έλεγε ο μαΐστορας Φώτης Κόντογλου- σφεντόνισε τον λαό μας από την στρούγκα στην πολυκατοικία. Δίναμε αντιπαροχή τα γονικά μας κι αναπαύαμε την μικρομεσαία λαχτάρα μας για κοινωνική άνοδο σε νεόδμητα λίβινγκ ρουμ. Θέλω να θυμίσω ότι το πέρασμα από την παλιομοδίτικη αρχοντιά του «τι ψυχή θα παραδώσω» -αυτή ήταν η παράδοση του παλιού τόπου μας- στον μεταμοντέρνο νεοπλουτισμό του «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας» -αυτή είναι η παράδοση του καινού τρόπου μας- ήταν και γρήγορο και εύκολο και μαζικό. Και κοντά στο έγκλημα της αντιπαροχής –έγκλημα πολεοδομικό αλλά και ιστορικό- ερχόταν και το έγκλημα της τουριστικής «ανάπτυξης». Προκειμένου να κόψουμε λίγα εισιτήριο παραπάνω αρνηθήκαμε τον ίδιο μας τον εαυτό, παριστάνοντας κάποιον άλλον. Το αποτέλεσμα; Πλημμυρίσαμε στο τζατζίκι και γεμίσαμε ιμιτασιόν Ζορμπάδες.
Αυτό ήταν για δεκαετίες το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας. «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου». Αντιπαροχή και τσιμέντωμα. Κι αυτό το πρότυπο η επταετία των Συνταγματαρχών το έκανε εθνικό ιδεώδες. Ο πολιτικός κόσμος μας έκανε αυτό που από πάντοτε ήξερε με επιδεξιότητα να κάνει σε ανάλογες περιπτώσεις: την κοπάνησε κι επιδόθηκε στον ανά την υφήλιο επιδοτούμενο τουρισμό.
Κι εδώ έμεινε ένας λαός προσφύγων, ένας λαός στερημένος και των βωμών και των εστιών του που αμαχητί είχε παραδοθεί στον απορφανισμό του. Ο Παττακός έκοβε βόλτες μ’ ένα μυστρί κι εμείς χορεύαμε τσάμικα το πρωί και σέικ το βράδυ.
Όσοι βεβαίως δεν αναπαύονται στις επετειακές πομφόλυγες γνωρίζουν ότι η πτώση της Χούντας δεν υπήρξε έργο καμιάς καθολικής λαϊκής αντίστασης. Ο Παναγούλης ήταν η εξαίρεση. Κανόνας ήταν οι «νοικοκυραίοι» που κοίταζαν να κάνουν την δουλειά τους. Να βάλουν φως, να βάλουν νερό, να βάλουν τηλέφωνο, να βάλουν και τον γιο τους στο άσυλο του Δημοσίου. Η πτώση της Χούντας ήταν αποτέλεσμα άλλων συγκυριών και συνοδεύθηκε από μια διαρκή εθνική καταστροφή: την τουρκική κατοχή της Κύπρου μας –που για την κυρίαρχη μεταπολιτευτική αρπαχτή ήταν -και είναι- «μακριά».
Ο «εθνάρχης» είχε έρθει από το Παρίσι να κυβερνήσει τους ιθαγενείς κουβαλώντας μαζί του όλο τον παλαιοκομματικό συρφετό. Επιπλέον οι ηττημένοι του 1949 έμπαιναν και πάλι στο παιχνίδι –αυτή την φορά όμως όχι ως διεκδικητές της εξουσίας αλλά ως κολαούζοι της.
Με αυτές λοιπόν τις αποσκευές μας δεξιώθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δικαιώνοντας όλο τον αρχοντοχωριάτικο και χρόνιο κομπασμό μας. Ήμασταν η κοιτίδα της Ευρώπης αλλά καθόλου Ευρωπαίοι. Αλλά αυτό το τελευταίο είχε ελάχιστη σημασία μέσα στην σχεδόν πάνδημη χαρά. Σημασία είχε ότι η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης ξέπλενε το αμαρτωλό της παρελθόν κι επέστρεφε στην αθωότητα μιας χώρας με ευρωπαϊκά εύσημα.
Η αυτοαθωωμένη όμως Ελλάδα διψούσε και για σοσιαλισμό. Κι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πολλά αποθέματα σοσιαλιστικής ατάκας για να την ξεδιψάσει. Ήξερε δε πολύ καλά να κλείνει το μάτι σε όσους λιγουρεύονταν την εξουσία. «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Στις 18 του Οκτώβρη του 1981 ο λαός -επιτέλους- ερχόταν στην εξουσία και το πανελλήνιο σοσιαλιστικό κίνημα στην κυβέρνηση. Θυμίζω στους νεώτερους ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ λειτούργησε περίφημα ως ταξιθέτης στο γιουρούσι που έκανε ο λαός μας στην δημόσια διοίκηση. Ο αγώνας τώρα διορίζεται. Τέρμα οι ρετσίνες. Άρχισαν τα μακροβούτια στα σπέσιαλ «ουίσκια». Η ελληνική εκδοχή του σοσιαλισμού υπήρξε εξόχως γενναιόδωρη. «Ένα δωράκι στον εαυτό του» εδικαιούτο να κάνει ο κάθε κρατικός λειτουργός. Το ύψος της αξίας αυτών των δώρων ήταν που με σπουδή εσυζητείτο αν και ο τότε πρωθυπουργός υποστήριζε ότι ο πήχυς δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 500.000.000 παλιές καλές δραχμούλες. Οι συνεργάτες του όμως έκαναν πρωταθλητισμό. Και χιλιάδες κομματικοί κλακαδόροι, που δεν τους γνώριζε ούτε ο θυρωρός τους, βρέθηκαν μ’ ένα πούρο στο ένα χέρι και με τα τιμημένα λάβαρα του εγχώριου σοσιαλισμού στο άλλο. Ήταν η εποχή που μεταπολιτευτική μας δημοκρατία κραταιωνόταν διακινώντας δεξιά κι αριστερά «πάμπερς».

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι ελληνικό στον κόσμο αυτό.

Τόση αλήθεια όμως δεν την άντεξε ούτε ο Διονύσης Σαββόπουλος που κατά τα λοιπά την στιχούργησε!
Ήταν ζήτημα χρόνου η πρώτη ηχηρή διάψευση, η οποία και δεν άργησε καθόλου αλλά ήρθε από εκεί που κανείς δεν την περίμενε. Την πτώση του τείχους ακολουθούσε μια γεωπολιτική αμηχανία και η χώρα κατακλύσθηκε από τους απόκληρους του ανύπαρκτου σοσιαλισμού και τους κληρωτούς της υπαρκτής παγκοσμιοποίησης. Από εργαζόμενοι γίναμε εν μια νυχτί εργοδότες. Η χώρα γέμισε με αυθαίρετα εξοχικά που οικοδομούσαν οικονομικοί μετανάστες, επιβεβαιώνοντας την επίπλαστη προκοπή μας. Οι «σύμμαχοι» είχαν άλλες σκοτούρες.
Η «οικουμενική» και ό,τι την ακολούθησε ήταν ένα διάλειμμα που πιστοποίησε ότι οι εκδρομείς του ’60, της μεταπολίτευσης η βλαμμένη γενιά, η γενιά του νέου εγωισμού είχε ήδη αντικαταστήσει τα οράματα της νεότητάς της μ’ ένα όραμα ευζωίας και κονόμας.
Ένας πρώην πράκτορας έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος της χώρας. Και μαζί του έγινε κοινό μυστικό ότι κουμάντο έκαναν διάφοροι μεγαλοεπιχειρηματίες που μας προέκυψαν από το πουθενά και ο πολιτικός κόσμος τους έκανε τα θελήματα. Ο χώρος της ενημέρωσης άρχισε να ελέγχεται από τους εργολάβους του δημοσίου. Κι όλοι μαζί –μεγαλοεργολάβοι, μεγαλοδημοσιογράφοι και πολιτικοί- πέταγαν ξεροκόμματα στο πόπολο.
Η διαφθορά, με όλη την μεταπολιτευτική εκγύμναση, πλέον είχε γίνει κοινωνική κατάκτηση. Κι οι Πανέλληνες βαρυστομάχιαζαν μπουκώνοντας ευρωπαϊκά πακέτα, επιδοτήσεις κι αργομισθίες.



Η Ελλάδα κοιταζόταν στον καθρέφτη κι έφτυνε τον εαυτό της να μην τον βασκάνει. Τι κι αν το κρατίδιο των Σκοπίων μας έβγαζε την γλώσσα; Τι κι αν ο αέρας έπαιρνε την σημαία μας, τι κι αν καιγόμαστε τα καλοκαίρια και πλημμυρίζουμε τις βροχές, τι;... Εμείς ήμασταν οι ισχυροί των Βαλκανίων. Και μπορεί η ισχυρή χώρα μας να μην παράγει τίποτε, αλλά οι Έλληνες –ως γνωστόν- αεί παίδες. Κι ως παίδες διαπρέπαμε στο παιχνίδι. Ένας ολόκληρος λαός αγόραζε και πουλούσε αέρα στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Ο «εκσυγχρονισμός» μας όμως σκόνταψε σε παχύδερμους επενδυτές που έχασαν αίφνης τα κλοπιμαία τους.
Την ώρα που βούλιαζε το «Σάμινα» εμείς πατάγαμε την μπανανόφλουδα της Ολυμπιάδας που έγινε η νέα μεγάλη ιδέα μας. Όταν τέλειωσε το πλούσιο πάρτι συγχαρήκαμε από καρδιάς τους εαυτούς μας και διαπιστώσαμε έντρομοι ότι είχαμε πλούσιους εργολάβους αλλά τριτοκοσμικές υποδομές.
Χρειαζόταν επανίδρυση το κράτος αλλά αυτός που την ευαγγελίστηκε προτίμησε τα νταηλίκια στα σουβλατζίδικα, παρά την πραγμάτωσή της. Στα τρωκτικά του «εκσυγχρονισμού» προστέθηκαν οι κουμπάροι της «επανίδρυσης». Ήταν και τα σόγια μεγάλα και το καράβι άρχισε να μπάζει από παντού.
Και φθάσαμε σήμερα ένας κοινός πολιτικός απατεώνας ή ένας μειωμένης αντίληψης άνθρωπος να γίνει πρωθυπουργός της χώρας υποσχόμενος ότι «λεφτά υπάρχουν». Το πόσο γρήγορα διέψευσε τον εαυτό του υποθέτω ότι όλοι το γνωρίζουμε. Μετά από μια διεθνή επαιτεία, όπου με κάθε τρόπο διαφημίστηκε η αναξιοπιστία μας στην οικουμένη, φτάσαμε στον καρνάβαλο του Καστελόριζου, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας.
Αλλά η κρίση είχε και κάτι θετικό: ανέδειξε όλες τις παθογένειες που κρύβαμε κάτω από το μεταπολιτευτικό μας χαλί και χάλι. Κολοβή «δημοκρατία», πελατειακό παρακράτος, υδροκέφαλο δημόσιο τομέα, κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, έλλειψη κοινωνικής συνοχής, σχεδιασμού, αξιών και οραμάτων για το μέλλον του τόπου.
Κι αντί –έστω και τώρα, στο και 5’ – να κάνουμε μια ειλικρινή κουβέντα, εμείς στρουθοκαμηλίζουμε. Και κοιτάμε να περισώσουμε ό,τι μπορούμε για τους εαυτούς μας. Γι’ αυτό και δεν μας ενοχλούν οι μεσήλικες συνταξιούχοι της Ολυμπιακής, αρκεί να είναι στην οικογένειά μας.
Αλλά θα μου πείτε –και δίκιο θα έχετε- ποιοι να την κάνουν αυτοί την κουβέντα; Αυτοί που δημιούργησαν την κρίση κι αφού αμνήστευσαν τους εαυτούς τους βγάζουν δεκάρικους για την σωτηρία της πατρίδας; Και ποιοι να τους ακροαστούν; Μια κοινωνία που διαδηλώνει «να καεί το μπουρδέλο η βουλή» όταν αυτή η ίδια σταβλιζόταν για όλη την μεταπολίτευση στα κομματικά παραμάγαζα;
Το πρόβλημα της χώρας πριν από οικονομικό είναι πολιτικό. Και δεν έχουμε μόνο έλλειμμα πολιτικής αλλά και έλλειμμα πολιτών.
Κι αν αυτή η κοινωνία –η συστηματικά εκπαιδευμένη στην ιδιώτευση- δεν διεκδικήσει και πάλι την αξιοπρέπειά της τίποτε δεν θα αλλάξει. Θα είμαστε και του χρόνου εδώ κουβεντιάζοντας και σιχτιρίζοντας τους ίδιους και τα ίδια. Θα μου πείτε ότι είναι τουλάχιστον παρήγορο ότι απαξιώνεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Και θα συμφωνήσω μαζί σας μόνο που υπάρχει ο κίνδυνος μαζί με τ’ απόνερα να πετάξουμε και το μωρό. Κι εν προκειμένω το μωρό είναι η ίδια η πολιτική. Η δυνατότητα, δηλαδή, να ορίσουμε και να σχεδιάσουμε τις ζωές μας. Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω «ότι οι κακοί πολιτικοί εκλέγονται από τους καλούς ανθρώπους που δεν πάνε να ψηφίσουν» (George Jean Nathan)."

Από το Μανιφέστο

Read more...

About This Blog

  © Blogger templates The Professional Template by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP